Ο Αν. Καθηγητής Κώστας Υφαντής στο Politis Online: H Συμφωνία των Πρεσπών δεν μπορεί να αποτελέσει οδηγό για μία συνολική διευθέτηση του Κυπριακού (Μέρος Α')

Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου, Κώστας Υφαντής, παραχωρεί μία εφ΄όλης της ύλης συνέντευξη στο Politis Online αναλύοντας τα τεκταινόμενα στη διεθνή πολιτική σκακιέρα και δη τις σχέσεις της χώρας μας με τους γείτονές της.

Στο πρώτο μέρος της συνέντευξης που ακολουθεί, ο Κώστας Υφαντής, απαντώντας στις ερωτήσεις μας, κάνει μία συνολική αποτίμηση της Συμφωνίας των Πρεσπών, σχολιάζει το επίμαχο δημοσίευμα του BBC περί “μακεδονικής μειονότητας” στην Ελλάδα, αναλύει τις τελευταίες εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά, συμπεριλαμβανομένης της τουρκικής στρατιωτικής άσκησης “Γαλάζια Πατρίδα” που ολοκληρώθηκε προ ολίγων ημερών, ενώ μας μιλάει για το Κυπριακό αλλά και για τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, τόσο μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας στο Αιγαίο, όσο και μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ειδικότερα, κατά την εκτίμηση του αν. Καθηγητή, δεν είχε γίνει αντιληπτό ευθύς εξαρχής από την ελληνική κυβέρνηση πόσες αντιδράσεις θα προκαλούσε η Συμφωνία των Πρεσπών, την οποία χαρακτηρίζει “ελλιπή” εξηγώντας μας τους ακριβείς λίγους.

“Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν μπορεί να αποτελέσει οδηγό για μία συνολική διευθέτηση του Κυπριακού” απαντά στο ερώτημα εάν η Συμφωνία μπορεί να ιδωθεί ως ένα «μοντέλο» επίλυσης διαφορών, ιδίως για το Κυπριακό.

Eκτός αυτών, σημειώνει τον κίνδυνο αύξησης της ακραίων φωνών εντός της χώρας, δεδομένης μίας συζήτησης συνώνυμης της“εθνικής απογοήτευσης” και μίας κατάστασης “διπλωματικής υποχώρησης από τις πάγιες θέσεις της Ελλάδας”.

Επιπρόσθετα, ο Κώστας Υφαντής τονίζει ότι “οι αξιώσεις για αναγνώριση «μακεδονικής μειονότητας» είναι κάτι το οποίο υπονομεύει την εθνική ενότητα” σχολιάζοντας το σχετικό δημοσίευμα του βρετανικού δικτύου.

Μεταξύ άλλων, προειδοποιεί ότι “η Αθήνα και η Λευκωσία θα πρέπει να παραμείνουν ψύχραιμες και ότι δεν θα πρέπει να πέσουν στην παγίδα της κλιμάκωσης της τουρκικής προκλητικότητας, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα να διαπραγματευτούμε την κυριαρχία μας”, ενώ παράλληλα επισημαίνει ότι για τον ίδιο περισσότερο κρίσιμο είναι το καθεστώς του casus belli, παρά οι στρατιωτικές ασκήσεις όπως η “Γαλάζια Πατρίδα” (η οποία ωστόσο έχει μόνους αποδέκτες την Ελλάδα και τη Κυπριακή Δημοκρατία).

Τέλος, εμφανίζεται απαισιόδοξος αναφορικά με το Κυπριακό, υπογραμμίζοντας ότι “όσο οι προσπάθειες για μία δίκαιη και βιώσιμη λύση αποτυγχάνουν, είναι δύσκολο να φανταστούμε μία κατάσταση που δεν θα παράγει τακτικά εντάσεις και αντιπαραθέσεις”.

Διαβάστε αναλυτικά το Α’ Μέρος της συνέντευξης με τον Κώστα Υφαντή που ακολουθεί:

Αθηνά Κοροβέση: Κύριε Υφαντή, θα ήθελα πρωτίστως ένα σχόλιό σας για το δημοσίευμα του BBC περί «μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα. Ας ξεκινήσουμε με αυτό.

Kώστας Υφαντής: Μακριά από εμένα η συνωμοσιολογία. Tι θέλω να πω με αυτό; Δε θεωρώ ότι είναι υποβολιμαίο ή κατευθυνόμενο. Νομίζω ότι έρχεται να ανασύρει από το παρελθόν και να καταγράψει τέτοιου είδους διεκδικήσεις, δηλαδή διεκδικήσεις μειονοτικές που υπήρχαν στην αντίληψη συγκεκριμένων ομάδων και περιορισμένων κύκλων. Πιθανότατα θα έχουμε και άλλα τέτοια φαινόμενα στο βαθμό που υπάρχουν κάποιοι δημοσιογράφοι, οι οποίοι διακρίνονται από μία καλόπιστη ή και όχι τόσο καλόπιστη ευαισθησία. Επί της ουσίας βεβαίως, κάνει κακό. Kυρίως στην Ελλάδα, απέναντι σε μία συμφωνία η οποία για πολύ συγκεκριμένους λόγους δεν απολαμβάνει της έγκρισης της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Και όχι μόνο αυτό, αλλά έχει συμβάλει και στο να δημιουργηθούν νέες διχοτομικές γραμμές εκεί που δεν τις χρειαζόμασταν και εκεί που δεν υπήρχαν.

A.K.: Με αφορμή αυτό λοιπόν, θα ήθελα να σας ρωτήσω γιατί τόση βιασύνη πιστεύετε στην κύρωση της Συμφωνίας από την ελληνική βουλή, από τη στιγμή που υπήρχαν σκέψεις ακόμα και για τον Μάρτιο;

K.Υ.: Μάλλον αυτό έχει να κάνει με έναν εσωτερικό υπολογισμό από την κυβέρνηση –ή ακόμα ακόμα και σε επίπεδο πρωθυπουργού θα έλεγα– του πολιτικού ρίσκου. Από κάποια στιγμή και μετά έγινε αντιληπτό ότι αυτή η συμφωνία προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις –νομίζω ότι δεν είχε εκτιμηθεί πόσες αντιδράσεις θα προκαλούσε– και κατέρρευσε το αρχικό σενάριο το οποίο προέβλεπε ότι η συμφωνία αυτή ήταν και ένα εργαλείο – η αιχμή του δόρατος για να πληγεί η ενότητα της αντιπολίτευσης. Το σενάριο κατέρρευσε και συμπαρέσυρε και την εσωτερική πολιτική στρατηγική της κυβερνώσας παράταξης. Αντίθετα με τις προσδοκίες στρίμωξε τόσο πολύ τον κυβερνητικό εταίρο, τους Ανεξάρτητους Έλληνες, που το πρόβλημα της ενότητας προέκυψε ως πρόβλημα για τον κυβερνητικό συνασπισμό. Νομίζω ότι πάρθηκε μία απόφαση «να τελειώσουμε με αυτήν την ιστορία» όσο πιο γρήγορα γίνεται, έτσι ώστε να μειωθούν ή σιγά σιγά να αμβλυνθούν οι αντιδράσεις του εκλογικού σώματος. Δηλαδή όσο πιο γρήγορα έκλεινε – με κατά το δυνατόν συνοπτικές διαδικασίες – τόσο λιγότερη συζήτηση θα γινόταν, τόσο λιγότερο έντονες θα καταγράφονταν οι διαφωνίες. Η προσδοκία ήταν ότι η απόσταση από τις εκλογές και ο συνοπτικός χαρακτήρας της κύρωσης θα βοηθούσε την κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τους πολιτικούς κραδασμούς. Η εκτίμηση σήμερα είναι ότι ο συγκεκριμένος σχεδιασμός – μάλλον οπορτουνιστικός – δεν ευοδώθηκε.

Έχουμε μια συμφωνία που υπονομεύει την ενότητα στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή έχει δημιουργήσει διχοτομήσεις και έχει αγνοήσει ιστορικές ευαισθησίες, ενώ προσφέρεται και η εργαλειοποίησή της για την νομιμοποίηση μειονοτικών διεκδικήσεων εκεί που δεν υφίστανται.

A.K.: Σχετικά πάλι με τη Συμφωνία των Πρεσπών, πιστεύετε ότι ανοίγει το δρόμο για μη βιώσιμες λύσεις (όπως πιστεύουν και οι πολέμιοι της Συμφωνίας) σε πλήθος διαφωνιών ανά τον κόσμο; Αποτελεί δηλαδή ένα «μοντέλο» επίλυσης διαφορών;

K.Υ.: Σε δύο επίπεδα μπορεί κανείς να επιχειρήσει να απαντήσει. Το πρώτο είναι σε επίπεδο προσδοκιών. Δηλαδή, έχουμε αυτή τη συμφωνία  – καλή κακή δεν έχει πλέον τόση σημασία – άρα ας είμαστε αισιόδοξοι ότι δεν θα ανακύψουν προβλήματα, δε θα επιβεβαιωθούν όσοι και όσες θεώρησαν ότι αυτή η διευθέτηση αντί να επιλύει το ζήτημα, αναδεικνύει ως σωστή την πάγια ελληνική επιχειρηματολογία περί «μακεδονισμού» ή «μακεδονικού αλυτρωτισμού». Με το πέρασμα του χρόνου και την θεσμική συγκατοίκηση στο ΝΑΤΟ θα διευκολυνθούν και θα αυξηθούν οι επαφές μεταξύ των δύο πλευρών σε όλα τα επίπεδα και σιγά σιγά όποια προβλήματα ανακύπτουν θα επιλύονται. Και έτσι σχεδόν νομοτελειακά το μέλλον θα είναι πολύ καλύτερο από το παρελθόν, και φυσικά θα είναι πολύ καλύτερο από το παρόν…

Υπάρχει και ένα άλλο περισσότερο ρεαλιστικό πλαίσιο ανάλυσης που λέει ότι τα Βαλκάνια δεν έχουν «από-βαλκανιοποιηθεί», δηλαδή ότι παραμένουν εκείνες οι φαντασιακές κατασκευές περί μη εθνικής και κρατικής ολοκλήρωσης. Ότι μία διαδικασία η οποία ολοκληρώθηκε σχεδόν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην υπόλοιπη Ευρώπη, στα Βαλκάνια ακόμα υφίσταται ως απαίτηση και διεκδίκηση και έτσι μία σειρά από ζητήματα παραμένουν ανοιχτά. Και αυτά τα ζητήματα θα έλθουν να μας κυνηγήσουν σα «φαντάσματα» από το παρελθόν κάποια στιγμή. Και μία τέτοια προοπτική δεν εξαρτάται από την ασυμμετρία ισχύος. Είναι όντως δύσκολο να φανταστεί κανείς τα Σκόπια να απειλούν την Αθήνα αλλά δεν είναι δύσκολο να προβλέψει αγκάθια που να υπονομεύουν την εθνική ενότητα στην Ελλάδα. Και βεβαίως δεν είναι καθόλου κινδυνολογικό ή απίθανο κάποιοι άλλοι περιφερειακοί παράγοντες να χρησιμοποιήσουν αυτά τα «φαντάσματα» για να ασκούν πολιτική, διπλωματική και τελικά στρατηγική πίεση στην Ελλάδα. Και όσοι υποστηρίζουν ότι κάτι τέτοιο είναι το ίδιο πιθανό και χωρίς μια συμφωνία, μάλλον ξεχνούν ότι μετά τις «Πρέσπες» η απονομιμοποίηση τέτοιων εργαλειοποιήσεων είναι πολλή δύσκολη.

Οι αξιώσεις για αναγνώριση «μακεδονικής μειονότητας» είναι κάτι το οποίο υπονομεύει την εθνική ενότητα στη χώρα γιατί αγγίζει ζώσες μνήμες και εθνικές ευαισθησίες. Και μπορεί κάποιοι να κατηγορούν όλους όσους είναι ευαίσθητοι ως εθνικιστές η ακροδεξιούς αλλά αυτό είναι μια γελοία ανάλυση της πραγματικότητας. Τα έθνη όχι απλώς υπάρχουν ακόμη, αλλά και εξακολουθούν να αποτελούν το πιο θεμελιώδες όχημα αυτοπροσδιορισμού. Μπορεί κάποια στιγμή στο μέλλον να φτάσουμε σε μια παγκόσμια κοινότητα αξιών χωρίς εθνικά πρόσημα. Αυτή τη στιγμή η πραγματικότητα είναι άλλη και καλό είναι να θυμόμαστε και τις φωτεινές στιγμές των εθνικών ολοκληρώσεων, την δημοκρατική διακυβέρνηση, τις ανοιχτές κοινωνίες και το κράτος δικαίου. Αλλά εν πάση περιπτώσει, έχουμε μία πραγματικότητα. Έχουμε μια συμφωνία που υπονομεύει την ενότητα στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή έχει δημιουργήσει διχοτομήσεις και έχει αγνοήσει ιστορικές ευαισθησίες, ενώ προσφέρεται και η εργαλειοποίησή της για την νομιμοποίηση μειονοτικών διεκδικήσεων εκεί που δεν υφίστανται και όχι γιατί οι Έλληνες είμαστε φοβικοί στον αυτοπροσδιορισμό μια άλλης ομάδας. Σε κάθε περίπτωση δεν είμαστε περισσότερο επιφυλακτικοί από άλλους λαούς.

Ανοίγουμε μία συζήτηση με αφορμή μία εθνική απογοήτευση και αυτό δεν είναι καλό. Θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτή τη συζήτηση σε μία περίοδο που η χώρα έχει ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της, όπου ο μέσος Έλληνας βλέπει λίγο πιο αισιόδοξα το μέλλον του και το μέλλον της πατρίδας. Αλλά όταν κάνεις αυτή τη συζήτηση εξ΄αφορμής μίας, όπως και να το κάνουμε, διπλωματικής υποχώρησης από πάγιες θέσεις, τότε αφήνεις γόνιμο έδαφος να ακουστούν οι πραγματικά ακραίοι και οι εθνικιστές και έτσι να βαθύνουν ακόμη περισσότερο τα ρήγματα στη χώρα.

Όταν κάνεις μία συζήτηση εξ΄αφορμής μίας, όπως και να το κάνουμε, διπλωματικής υποχώρησης από πάγιες θέσεις, τότε αφήνεις γόνιμο έδαφος να ακουστούν οι πραγματικά ακραίοι και οι εθνικιστές και έτσι να βαθύνουν ακόμη περισσότερο τα ρήγματα στη χώρα.

A.K.: Για να κλείσουμε το κεφάλαιο της Συμφωνίας των Πρεσπών, μεταφέρω μία άποψη που έχω ακούσει. Ότι ναι μεν είμαστε θετικοί στη Συμφωνία αλλά υπάρχει μία αμφιβολία ως προς τα εμπορικά σήματα. Μπορείτε εν ολίγοις να συνοψίστε τι χάνουμε ως προς αυτό; Διότι πολλοί είναι εκείνοι που έχουν μπερδευτεί και δεν έχουν κατανοήσει πλήρως αυτό το σκέλος.

K.Υ.: Γιατί υπάρχει αυτό το ζήτημα των εμπορικών σημάτων; Γιατί η Συμφωνία είναι ατελής. Δηλαδή δεν ορίζει, ως όφειλε, ότι οτιδήποτε αναφέρεται στη Βόρεια Μακεδονία, είτε προϊόν, είτε γλώσσα, είτε ταυτότητα, θα έπρεπε να προσδιορίζεται ως «βορειομακεδονικό». Τώρα έχουμε μπροστά μας έναν αγώνα δρόμου χωρίς κανένα πλεονέκτημα. Το πλεονέκτημα μάλλον το έχει η άλλη πλευρά που το επίθετο «μακεδονικός» αφορά κρατική υπόσταση. Μπαίνουμε σε έναν τέτοιου είδους αγώνα δρόμου να κατοχυρώσουμε πράγματα που θεωρούσαμε αυτονόητα και που δεν θα έπρεπε να επιστρέψουμε στην άλλη πλευρά να θεωρεί ότι τα δικαιούται. Τώρα νομιμοποιείται με την δική μας συγκατάθεση να τα διεκδικήσει. Γιατί ακριβώς επαναλαμβάνω, η Συμφωνία δεν ορίζει επακριβώς. Αυτό είναι το μεγάλο ζήτημα. Και πολλοί οι οποίοι υποστηρίζουν χωρίς επιφυλάξεις την Συμφωνία εμφανίζονται να έχουν δυσκολία να αναφερθούν στην άλλη πλευρά με τον όρο «μακεδονικός, -ή, -ό» και λένε αυθαιρέτως κάτι που δεν προβλέπεται: Ότι δηλαδή αυτοί θα τους αποκαλούν Βορειομακεδόνες και οι «Βορειομακεδόνες» ας αυτοπροσδιορίζονται όπως θέλουν. Μα, επιτέλους, αν είναι να τους λέμε όπως εμείς θέλουμε και αυτοί να αυτοπροσδιορίζονται όπως θέλουν, τί χρειαζόμασταν την Συμφωνία; Τι επιλύσαμε και πανηγυρίζουμε. Σημαντική η αλλαγή του ονόματος, αλλά από μόνη της δεν αντιμετωπίζει τις δικές μας – εύλογες κατά την άποψή μου – ανησυχίες.

Στο επίπεδο της διπλωματικής αρένας καλό είναι μαζί με την πάγια αντίδραση στην τουρκική ρητορική να επιστρατεύσουμε και λίγο χιούμορ για την τουρκική «νέο-αυτοκρατορική» αυταπάτη και ψευδαίσθηση.

A.K.: Πηγαίνω τώρα στα ελληνοτουρκικά. Τι σηματοδοτεί η τουρκική στρατιωτική άσκηση «Γαλάζια Πατρίδα» που ξεκίνησε στις 27 Φεβρουαρίου και διήρκεσε έως τις 8 Μαρτίου, και στην οποία έχει δοθεί, εκτός από ονοματοδοσία -που είναι και κάπως πρωτότυπο- και τόση δημοσιότητα; Και επιπλέον έχει λόγους η Αθήνα να νιώθει κάποιες απειλές;

K.Υ.: Μία πρώτη παρατήρηση είναι ότι αυτός ο όρος υπάρχει στην τουρκική συζήτηση. Έχει εισαχθεί από έναν παλιό ναύαρχο ο οποίος έχει κατηγορηθεί και ως γκιουλενιστής, αλλά αυτό έχει μόνο εγκυκλοπαιδικό ενδιαφέρον. Το σημαντικό είναι ότι την υιοθετεί η τουρκική κυβέρνηση επισήμως. Σε συμβολικό επίπεδο αυτό είναι σοβαρό αλλά δεν αλλάζει πολύ τα πράγματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Δηλαδή, δεν διαφοροποιεί την ποιότητα των τουρκικών διεκδικήσεων. Η επίδειξη στρατιωτικής ισχύος και της δυνατότητας περιφερειακής προβολής της από την Άγκυρα είναι το κρίσιμο. Πέρα από την οξυμένη ρητορική η οποία υπήρχε πριν και θα υπάρχει και στο μέλλον, αυτό το οποίο έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι πια η Τουρκία βγάζει εκατό μονάδες πολεμικού ναυτικού στη Μαύρη Θάλασσα, στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο.

Βεβαίως και εδώ θα έπρεπε να υπάρχει όριο στην «ανασφάλειά μας». Είναι σημαντικό, αλλά δεν είναι ότι ξαφνικά τώρα ανακαλύπτουμε ότι υπάρχει μία τουρκική αναθεωρητική προσέγγιση. Ας μην ξεχνάμε το casus belli. Αυτό είναι το πολιτικά και στρατηγικά σημαντικό και σε αυτό το πλαίσιο κατανοούμε την σημασία της άσκησης με όλον τον Τουρκικό στόλο στην θάλασσα.

Ποιος είναι ο αποδέκτης αυτού του μηνύματος; Eίναι η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία. Ούτε η Ουκρανία, ούτε η Ρωσία, ούτε τα άλλα κράτη στην Μαύρη Θάλασσα. Προφανώς για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης οι Τούρκοι περιλαμβάνουν και το Ισραήλ στους αποδέκτες του μηνύματος, και την Αίγυπτο ενδεχομένως. Δύο κράτη με τα οποία σε αυτή την συγκυρία έχουν κακές σχέσεις. Αλλά όλοι αντιλαμβάνονται ότι ούτε το Τελ-Αβίβ ούτε στο Κάιρο μπορεί να ανησυχήσουν.

Άρα οι αποδέκτες του μηνύματος από αυτήν την σύγχρονη «επίδειξη της σημαίας» (show the flag) είναι η Αθήνα και η Λευκωσία, πρωτίστως. Η Άγκυρα δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να επανεγγράφει τις διεκδικήσεις με πιο έντονο και απειλητικό τρόπο. Οι εξελίξεις με τις έρευνες και τις ανακαλύψεις ενεργειακών πόρων έρχονται να ακυρώσουν εν τοις πράγμασι τις τουρκικές αιτιάσεις περί δύο ισότιμων κοινοτήτων, δηλαδή των Κατεχομένων και της παράνομης «ΤΔΒΚ» και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εκεί είναι το ζήτημα  και νομίζω ότι πέρα από την άσκηση η οποία θέλει να διαφημίσει τις αναβαθμισμένες στρατιωτικές ικανότητες της Τουρκίας, το ζήτημα είναι ο κλασσικός τουρκικός αναθεωρητισμός που εμπλουτίζεται και με έναν εξαιρετικό μεγαλοϊδεατισμό. Έχουμε, δηλαδή την απειλή για έμπρακτη αμφισβήτηση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας με την πραγματοποίηση παράνομων γεωτρήσεων και την απειλή χρήσης βίας.

Απέναντι σε αυτή την στρατηγική η Αθήνα και η Λευκωσία πρέπει να παραμείνουν ψύχραιμες και να μην πέσουν στην παγίδα της κλιμάκωσης που θα έχει ως αποτέλεσμα να διαπραγματευτούμε την κυριαρχία μας. Στο επίπεδο της διπλωματικής αρένας καλό είναι μαζί με την πάγια αντίδραση στην τουρκική ρητορική να επιστρατεύσουμε και λίγο χιούμορ για την τουρκική «νέο-αυτοκρατορική» αυταπάτη και ψευδαίσθηση.

Η τουρκική επιθετική ρητορική και η επανάληψη αναθεωρητικών απόψεων έρχεται από το παρελθόν, και δεν νομίζω ότι είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε ότι θα σταματήσει.

A.K.: Από την άλλη, δεν θα περίμενε ο Έλληνας πολίτης να δει ένα βελτιωμένο κλίμα στις διμερείς σχέσεις μετά τη συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν στις αρχές Φεβρουαρίου και μετά τον νέο δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ του Υπουργού Άμυνας κ. Αποστολάκη με τον Τούρκο ομόλογό του λίγες μέρες αργότερα; Πού καταλήγει αυτή η συνεργασία;

K.Υ.: Θεωρώ ότι όποιος περίμενε ότι η Τουρκία θα αλλάξει τον τόνο, τουλάχιστον σε επίπεδο κορυφαίων στελεχών, της ρητορικής της, δεν διαβάζει σωστά τα πράγματα. Η επιθετική ρητορική και η επανάληψη αναθεωρητικών απόψεων έρχεται από το παρελθόν, και δεν νομίζω ότι είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε ότι θα σταματήσει. Όσο οι προσπάθειες για μία δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού αποτυγχάνουν και όσο οι «διαφορές» στο Αιγαίο αγγίζουν το πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας είναι δύσκολο να φανταστούμε μία κατάσταση που δεν θα παράγει τακτικά εντάσεις και αντιπαραθέσεις. Δεν έχει βοηθήσει και η παρατεταμένη εκλογική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Τουρκία εδώ και σχεδόν τέσσερα χρόνια. Ιδιαίτερα δε όταν από το 2016 ο Τούρκος Πρόεδρος έκανε την στρατηγική επιλογή να στηρίξει την κυριαρχία του και σε ένα εθνικιστικό αφήγημα ώστε να αποφύγει εκλογικές διαρροές προς τα δεξιά του και μετά τη αποτυχία της προσέγγισης με το κουρδικό στοιχείο που εκπροσωπεί το HDP. Με άλλα λόγια, υπάρχουν και εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες. Αυτό βεβαίως δεν θα πρέπει να θολώνει την μεγάλη εικόνα και αυτή είναι ότι η ένταση σε ελεγχόμενα από την Άγκυρα επίπεδα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο είναι πλήρως ενταγμένη στην τουρκική εξωτερική πολιτική και δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο. Το μήνυμα της Άγκυρας είναι ότι η Τουρκία με την αναβαθμισμένη στρατιωτική της ικανότητα είναι εδώ για να μας θυμίζει πάντοτε τι θέλει και τι δεν θα μας επιτρέψει να κάνουμε.

Το μήνυμα της Άγκυρας είναι ότι η Τουρκία με την αναβαθμισμένη στρατιωτική της ικανότητα είναι εδώ για να μας θυμίζει πάντοτε τι θέλει και τι δεν θα μας επιτρέψει να κάνουμε.

A.K.: Θα ήθελα να πάμε στο Κυπριακό. Μετά το Μακεδονικό «αναζωπυρώθηκε». Η Δύση πράγματι πιέζει -όπως φαίνεται- για μία λύση – εξπρές; Kαι πώς αποτιμάτε την επίσκεψη της Ειδικής Απεσταλμένης του ΟΗΕ για το Κυπριακό Τζέιν  Χολ Λοντ; Θα υπάρξει μία προώθηση των διαπραγματεύσεων; Kαι προς ποια κατεύθυνση;

K.Υ.: Όπως στο λεγόμενο Μακεδονικό, έτσι και στα περισσότερα διεθνή προβλήματα η προσέγγιση της διεθνούς κοινότητας – και με τον όρο αυτό εννοούμε πρωτίστως τις μεγάλες δυνάμεις, τους ισχυρούς κρατικούς παράγοντες – είναι συνηθέστατα θετική. Δηλαδή, σχεδόν όλοι οι παίκτες επιθυμούν την επίλυση των διαφορών  – των άλλων – χωρίς να έχουν απαραίτητα προτίμηση για την μορφή της λύσης. Δηλαδή, σπανίως ενδιαφέρονται για το πώς διευθετείται ειρηνικώς μία διαφορά από την στιγμή που δεν αγγίζει δικά τους συμφέροντα. Η ειρηνική επίλυση είναι αυτό που μετράει γιατί έτσι μειώνονται οι πιθανές εστίες έντασης και κρίσης διεθνώς. Οι μεγάλες δυνάμεις είναι πρωτίστως αφοσιωμένες στη διατήρηση του status quo. Τους ενδιαφέρει και τους εξυπηρετεί η σταθερότητα και οι προβλεψιμότητα.

Τι συμβαίνει αυτή την στιγμή στο Κυπριακό; Η βεβαιότητα ύπαρξης ενεργειακών κοιτασμάτων λειτουργεί αποσταθεροποιητικά στο βαθμό που η Τουρκία αρνείται να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα που παράγει η νομιμότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και η άσκηση κυριαρχίας στην ΑΟΖ. Η συγκεκριμένη τουρκική άρνηση συνοδεύεται πλέον από αύξηση της έντασης με την έμπρακτη αμφισβήτηση της κυπριακής κυριαρχίας και την επίδειξη στρατιωτικής ισχύος που υποκρύπτει σαφείς απειλές. Αυτό το ενδεχόμενο καθιστά την προοπτική αναζωογόνησης της διαδικασίας επίλυσης στρατηγική ανάγκη για την διεθνή κοινότητα. Θα υπάρξει, λοιπόν, μία νέα προσπάθεια. Όλοι το θέλουν και φυσικά η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κάθε συμφέρον να εκκινήσουν εκ νέου οι διαπραγματεύσεις. Το ζήτημα είναι το σημείο επανεκκίνησης. Η Τουρκία έχει διαμηνύσει ότι θέλει ένα νέο πλαίσιο. Όλοι υποψιάζονται ότι αυτό το νέο πλαίσιο θα είναι λιγότερο διεθνές και δεν θα σέβεται την κρατική υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το είπε ανοικτά ο Πρόεδρος Ερντογάν με την ευκαιρία της επίσκεψης του Έλληνα Πρωθυπουργού στην Τουρκία όταν αναφέρθηκε στην προϋπόθεση της πολιτικής ισότητας. Στην διαπραγμάτευση τα δύο μέρη, η Τουρκοκυπριακή κοινότητα και η Κυπριακή Δημοκρατία διαπραγματεύονται ως ίσοι αλλά η διεθνής νομιμότητα αναγνωρίζει το ένα μέρος ως το κυρίαρχο κράτος. Αν η Άγκυρα επιμείνει στην απαίτησή της τότε δύσκολα θα υπάρξει πρόοδος. Το μόνο όπλο που έχει στην διάθεσή της η Κυπριακή Δημοκρατία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι η κρατική της υπόσταση. Η «πολιτική ισότητα» είναι πάγια επιδίωξη της Άγκυρας, αλλά είναι η πρώτη φορά που θα τεθεί – αν τελικά συμβεί – ως προϋπόθεση για να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις.

Είναι σαφές και στον πλέον καλόπιστο ότι η Συμφωνία των Πρεσπών δεν μπορεί να αποτελέσει οδηγό για μία συνολική διευθέτηση του Κυπριακού. Η Λευκωσία εδώ και δεκαετίες προχωρά στον ένα συμβιβασμό μετά τον άλλο. Νομίζω όμως ότι η κρατική υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι η κόκκινη γραμμή που δύσκολα μπορεί κάποιος να αγνοήσει.

Όσο οι προσπάθειες για μία δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού αποτυγχάνουν και όσο οι «διαφορές» στο Αιγαίο αγγίζουν το πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας είναι δύσκολο να φανταστούμε μία κατάσταση που δεν θα παράγει τακτικά εντάσεις και αντιπαραθέσεις.

A.K.: Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Είχατε πει σε παλαιότερη συνέντευξή σας ότι η ουσία στα ελληνοτουρκικά δεν θα αλλάξει με τα ΜΟΕ. Κατά τη συνάντησή τους, οι Αναστασιάδης και Ακιντζί ανέφεραν ότι θα υπάρξει κάποιου είδους συμφωνία μόνο εάν υπάρχει σύγκλιση σε αυτόν τον τομέα. Επιμένετε στην άποψη ότι με τα ΜΟΕ δεν θα υπάρξουν αλλαγές;

K.Υ.: Είναι διαφορετικό. Άλλο μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας στο Αιγαίο και άλλο μεταξύ των δύο πλευρών, δηλαδή των Τουρκοκυπρίων και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι άλλου είδους Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης αυτά. Έχουν να κάνουν κυρίως με το ζήτημα της ασφάλειας. Είναι τελείως διαφορετικές περιπτώσεις. Το Κυπριακό είναι ένα διεθνές πρόβλημα, ένα πρόβλημα εισβολής και κατοχής που η επίλυσή του πρέπει να σέβεται την διεθνή νομιμότητα όπως έχει καταγραφεί σε σειρά ψηφισμάτων του ΣΑ του ΟΗΕ. Η ελληνοτουρκική διαφορά είναι διμερής και οι προϋποθέσεις διευθέτησης ποιοτικά διαφορετικές.

Και στις δύο περιπτώσεις, βεβαίως, μία ολοκληρωμένη συμφωνία για την εφαρμογή ΜΟΕ είναι χρήσιμη αλλά δεν αγγίζουν την ουσία των προβλημάτων. Τα ΜΟΕ είναι σημαντικά γιατί μπορούν να μειώσουν την ένταση και να αυξήσουν την εμπιστοσύνη ότι επιθυμία όλων των πλευρών είναι η ειρηνική διευθέτηση των ζητημάτων.

Στο Αιγαίο ιδιαίτερα είναι πολύ σημαντικό να εφαρμόζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα στρατιωτικών ΜΟΕ. Όταν έχεις να κάνεις με ένα τόσο στενό γεωγραφικά περιβάλλον όπου συγκέντρωση και η εγγύτητα στρατιωτικών ικανοτήτων (military hardware) είναι τόσο υψηλή, η πιθανότητα ατυχήματος είναι ανάλογη. Αυτό πρέπει να μειώσουμε έτσι ώστε να μην πάμε σε μία κρίση από ατύχημα. Και αν τυχόν συμβεί ένα ατύχημα, να υπάρχουν εκείνες οι δικλείδες, εκείνες οι διαδικασίες που να επιτρέπουν την άμεση αποκλιμάκωση. Έτσι ώστε και οι δυο πλευρές να καταλάβουν ότι πρόκειται για ατύχημα. Να μην υπάρξει δηλαδή κρίση από λανθασμένη αντίληψη για το τι συμβαίνει και για το ποιες είναι οι προθέσεις της κάθε πλευράς. Με αυτήν την έννοια τα ΜΟΕ είναι απαραίτητα. Βοηθούν να μειωθεί η ένταση, να κρατηθούν τα νερά του Αιγαίου ήρεμα, αλλά μέχρι εκεί. Δεν θα λύσουν το πρόβλημα. Βεβαίως αν εφαρμοστούν και λειτουργήσουν για ένα ικανό διάστημα, είναι ρεαλιστική η προσδοκία ότι θα έχουμε μία συγκυρία ουδέτερη από πλευράς έντασης και γόνιμη έτσι ώστε να αρχίσουμε να συζητάμε χωρίς την απειλή της όξυνσης.

Στο Αιγαίο ιδιαίτερα είναι πολύ σημαντικό να εφαρμόζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα στρατιωτικών ΜΟΕ. Βοηθούν να μειωθεί η ένταση, να κρατηθούν τα νερά του Αιγαίου ήρεμα, αλλά μέχρι εκεί. Δεν θα λύσουν το πρόβλημα. Βεβαίως αν εφαρμοστούν και λειτουργήσουν για ένα ικανό διάστημα, είναι ρεαλιστική η προσδοκία ότι θα έχουμε μία συγκυρία ουδέτερη από πλευράς έντασης και γόνιμη έτσι ώστε να αρχίσουμε να συζητάμε χωρίς την απειλή της όξυνσης.

Η συνέχεια της συζήτησης με την Αναπληρωτή Καθηγητή Κώστα Υφαντή θα δημοσιευτεί στο Β’ Μέρος της Συνέντευξης στο Politis Online.