Ο κ. Τσίπρας ζητούσε χρηματοδότηση χωρίς μέτρα και τελικά παίρνει μέτρα χωρίς χρηματοδότηση

Σκληρή επίθεση στην Κυβέρνηση και τον Αλέξη Τσίπρα για το πακέτο των νέων μέτρων στο οποίο συμφώνησε η Κυβέρνηση, προκειμένου να κλείσει η αξιολόγηση εξαπέλυσε ο Πρόεδρος της ΝΔ, Κυριάκος Μητσοτάκης, στο πλαίσιο της εισήγησής του στη συνεδρίαση των Τομεαρχών του Κόμματος.
Ο Πρόεδρος της ΝΔ υπογράμμισε ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΖΑ εξαπάτησε για μια ακόμη φορά τον ελληνικό λαό, καθώς, όχι μόνο δεν έλαβε “καμία ρητή δέσμευση για το χρέος” αλλά συνάπτει “τέταρτο Μνημόνιο χωρίς επιπρόσθετη χρηματοδότηση με πρόσθετα βάρη μισού δισ. ευρώ και για το 2018”.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης καυτηρίασε το γεγονός ότι τα “περιβόητα αντίμετρα” προϋποθέτουν πολύ υψηλά πλεονάσματα της τάξης του 3,5% ή ίσως και του 3,7% και “όλα αυτά ενώ δεν έχουμε καμία ρητή δέσμευση για την ελάφρυνση του χρέους, πλην όσων έχουν ήδη συμφωνηθεί και καμία ρητή αναφορά για την ένταξη της Ελλάδας στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της Ε.Κ.Τ.”, υπογραμμίζοντας ότι “ο λογαριασμός Τσίπρα – Καμμένου φτάνει τα 12,5 δις ευρώ. Είναι 8,5 φορές περισσότερα από όσα προέβλεπε το περιβόητο «e-mail Χαρδούβελη» και 4 φορές περισσότερα από όσα ζητούσε το Δ.Ν.Τ. το 2014”.

_dim8460

_dim8465

Ολόκληρη η εισήγηση του Κυριάκου Μητσοτάκη

Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία το 2015 ήταν προϊόν εξαπάτησης του ελληνικού λαού. Και η παραμονή του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία βασίζεται ακριβώς στην ίδια πολιτική μέθοδο. Τα μέτρα με τα οποία φαίνεται να κλείνει η δεύτερη αξιολόγηση έρχονται σύντομα στη Βουλή. Και στη Βουλή εμείς θα κάνουμε το καθήκον μας.

Πρώτα από όλα, θα εξηγήσουμε στην ελληνική κοινωνία ακριβώς τι έχει συμφωνήσει η ελληνική Κυβέρνηση. Τέταρτο Μνημόνιο χωρίς επιπρόσθετη χρηματοδότηση. Με πρόσθετα βάρη μισού δις ευρώ και για το 2018. Με μόνιμα μέτρα 2% του Α.Ε.Π. για το 2019 και το 2020. Kαι με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πολλά ακόμα χρόνια. Ενώ τα περιβόητα αντίμετρα θα ισχύσουν μόνο αν υπερβούμε το στόχο του, ούτως ή άλλως, πολύ υψηλού πλεονάσματος του 3,5%. Eνδεχομένως να είναι και 3,7%, θα το δούμε στη συνέχεια αυτό. Και όλα αυτά ενώ δεν έχουμε καμία ρητή δέσμευση για την ελάφρυνση του χρέους, πλην όσων έχουν ήδη συμφωνηθεί και καμία ρητή αναφορά για την ένταξη της Ελλάδας στο Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης της Ε.Κ.Τ.

Για να αποκαταστήσουμε, λοιπόν, την αριθμητική:

Με τα μέτρα που θα ψηφιστούν ο λογαριασμός Τσίπρα – Καμμένου φτάνει τα 12,5 δις ευρώ. Είναι 8,5 φορές περισσότερα από όσα προέβλεπε το περιβόητο «e-mail Χαρδούβελη» και 4 φορές περισσότερα από όσα ζητούσε το Δ.Ν.Τ. το 2014. Αυτά για όσους ξέρουν πολλαπλασιασμό ή μάλλον για όσους δεν κλέβουν στα νούμερα.

Και για να το εξηγήσω με απλά λόγια:

Αυτοί που υπόσχονταν την 13η σύνταξη, τώρα κόβουν και τη 12η. Και αυτοί που θα υπέβαλλαν παραίτηση αν το αφορολόγητο έπεφτε κάτω από τις 9.000 ευρώ, σήμερα δέχονται αφορολόγητο 5.681 ευρώ. Τα μέτρα αυτά κανείς δεν τα ζητούσε πριν από ένα χρόνο. Είναι το βαρύ τίμημα της προσωπικής αναξιοπιστίας του κ. Τσίπρα. Ο κ. Τσίπρας, για να μείνει στην εξουσία, συμφώνησε σε ένα τέταρτο Μνημόνιο, που δεσμεύει τη χώρα για πολλά χρόνια. Διαφορετικό και χειρότερο από τα προηγούμενα. Γιατί, ενώ περιλαμβάνει σκληρά μέτρα λιτότητας, δεν περιλαμβάνει πρόβλεψη για καμία χρηματοδότηση. Ένα Μνημόνιο που φτωχοποιεί ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και ειδικά την μεσαία τάξη.

Ο κ. Τσίπρας ζητούσε χρηματοδότηση χωρίς μέτρα και τελικά παίρνει μέτρα χωρίς χρηματοδότηση. Και έτσι μένει ανοιχτή η εκκρεμότητα για το τι θα γίνει μετά τη λήξη του τρίτου προγράμματος, το καλοκαίρι του 2018. Τα μέτρα που θα ψηφισθούν, λοιπόν, είναι το κόστος της παραμονής του κ. Τσίπρα στην εξουσία. Και το βαρύ τίμημα μιας δήθεν σκληρής διαπραγμάτευσης, που έφερε τη χώρα σε πολύ χειρότερη θέση από ό,τι ήταν πριν από ένα χρόνο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, το 2015 εξαπάτησε τον ελληνικό λαό 3 φορές. Δεν μπορεί, όμως, να το κάνει πια. Και για αυτό κάνει ό,τι μπορεί για να αποφύγει τις εκλογές. Ψηφίζει κάθε μέτρο που του ζητούν. Και υποχωρεί τελικά σε όλα, χωρίς να κερδίσει απολύτως τίποτα. Και όλα αυτά γιατί τρέμει την λαϊκή ετυμηγορία. Είναι ο ίδιος, θυμίζω, που 3 φορές μέσα σε ένα χρόνο πήγε τη χώρα σε εκλογές εξαπατώντας τον ελληνικό λαό για να νομιμοποιήσει τις πολιτικές του πιρουέτες.

Ποιος φοβάται τώρα τις εκλογές; Όχι εμείς βέβαια. Με αίσθημα ευθύνης ζητήσαμε εκλογές πριν από 1 χρόνο, γιατί ποτέ δεν υπήρξε Κυβέρνηση από το 1974 και μετά, που να οδηγήσει τη χώρα σε τόσο στραβό δρόμο, με τόσο μεγάλη ταχύτητα. Δυστυχώς, οι εξελίξεις μας δικαίωσαν απόλυτα. Θα συνεχίσουμε να ζητάμε πολιτική αλλαγή. Γιατί η Κυβέρνηση συνεχίζει να ζημιώνει το παρόν και να ναρκοθετεί το μέλλον.

Λένε ότι η εξουσία φθείρει αυτόν που την έχει. Όμως, η εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ φθείρει, όχι μόνο τους κυβερνώντες, αλλά φθείρει και τη χώρα. Η κατάσταση διαρκώς χειροτερεύει. Μπορεί, προκαλώντας ασφυξία στην οικονομία, να οκταπλασίασαν το πλεόνασμα για το 2016. Αυτό, όμως, δεν εμπόδισε τους δανειστές να ζητούν μέτρα ως το 2020. Τα ζητούν γιατί δεν εμπιστεύονται αυτούς που κυβερνούν τώρα. Δεν τους εμπιστεύονται γιατί γνωρίζουν, ότι όσο κυβερνά ο ΣΥΡΙΖΑ, τόσο θα συνεχίζει να χειροτερεύει η πραγματική οικονομία. Και όσο η χώρα δεν επιστρέφει στην ανάπτυξη, τόσο ζητούνται μέτρα, φόροι και περικοπές.

Όλα αυτά ενώ η Κυβέρνηση καλλιεργεί μια εικονική πραγματικότητα, με κυνισμό και με αλαζονεία. Διαφημίζουν το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά αποσιωπούν την άγρια φορολογία που πάει να διαλύσει τη μεσαία τάξη και να εξοντώσει την παραγωγική Ελλάδα. Επέβαλαν λιτότητα πολύ μεγαλύτερη από αυτή που τους ζητούσαν και τώρα υπερηφανεύονται για το δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Και, δυστυχώς, ταυτόχρονα, προσφέρουν και επιχειρήματα σε όσους ισχυρίζονται ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται μικρότερα πλεονάσματα. Η απάτη δεν πιάνει παρά μόνο μία φορά. Και η διαρκής απάτη της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έχει διαρκές κόστος.

Ετοιμάζονται, λοιπόν, να ξαναπάνε στη Βουλή και να ψηφίσουν μέτρα που θα επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τους πολίτες. Είναι να απορεί κανείς. Να απορεί κανείς γιατί ο κ. Τσίπρας εμφανίζεται τόσο προκλητικά χαμογελαστός, τόσο γελαστός, τόσο εύθυμος στην πρόσφατη έκτακτη Σύνοδο Κορυφής στις Βρυξέλλες;

Προφανώς, είναι η ευθυμία της εξουσίας. Άλλη εξήγηση δεν υπάρχει. Έτσι κι αλλιώς η εξουσία είναι για τους ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ αυτοσκοπός και κίνητρο για τακτοποιήσεις ημετέρων σε κάθε επίπεδο. Στο Δημόσιο βλέπουμε ήδη νέες στρατιές συμβασιούχων, που πάνε να τους εξαπατήσουν υποσχόμενοι μονιμοποιήσεις. Και πολλούς, πάρα πολλούς μετακλητούς υπαλλήλους, οι οποίοι πληρώνονται από το υστέρημα των Ελλήνων φορολογουμένων. Σε δημόσια θέα παρακολουθούμε – παρακολουθήσαμε την περασμένη Παρασκευή – απαράδεκτες ρυθμίσεις προς όφελος επιχειρηματικών συμφερόντων που η Κυβέρνηση ενδιαφέρεται να προσεταιρισθεί.

Αυτά που χαρίζονται είναι πρόστιμα από λαθρεμπόριο. Και κάπως έτσι, πάνω στη διαγραφή προστίμων, χτίζεται η νέα διαπλοκή του κ. Τσίπρα. Η Κυβέρνηση περιφρονεί τη Βουλή. Εκτός βέβαια, αν πρόκειται για χαριστικές τροπολογίες τις οποίες προσέρχεται προσωπικά ο κ. Τσίπρας για να τις υπερασπίσει, για να τις πάρει επάνω του. Η Νέα Δημοκρατία ασκεί αντιπολίτευση, όπως είναι το καθήκον της. Με ευθύνη απέναντι στο Σύνταγμα, απέναντι στη χώρα, απέναντι στην αλήθεια. Γιατί οι πολίτες θέλουν να ακούσουν την αλήθεια.

Αλλά ποια αλήθεια μπορούν να ακούσουν από μια Κυβέρνηση που παραμένει αμετανόητος θαυμαστής του Μαδούρο και που αρνείται να ψηφίσει στο Ευρωκοινοβούλιο για το αίμα που χύνεται καθημερινά στη Βενεζουέλα;

Η αλήθεια είναι ότι ο πολιτικός λόγος του πρωθυπουργού θυμίζει την προπαγάνδα αυταρχικών καθεστώτων. Πως να εξηγήσει κανείς την φράση του κ. Τσίπρα, στη συνέντευξη που έδωσε την περασμένη εβδομάδα, ότι το Δ.Ν.Τ. μας ζητούσε 42 φόρες περισσότερα μέτρα από αυτά που η Κυβέρνησή του δέχτηκε να πάρει; Ζητούσε, δηλαδή, το Δ.Ν.Τ. 152 δις ευρώ μέτρα. Ή ότι ο μόνος φόρος που αυξήθηκε ήταν ο Φ.Π.Α., όταν η Κυβέρνησή του αύξησε συνολικά 27 φόρους;

Προφανώς, η λογική του κ. Τσίπρα είναι πως λέγε – λέγε ψέματα κάτι θα μείνει. Στην περίπτωσή του, όμως, έχει το ανάποδο αποτέλεσμα. Γιατί μπορείς να κοροϊδεύεις λίγους για πολύ, πολλούς για λίγο, αλλά όχι μια ολόκληρη κοινωνία για χρόνια.

Και επειδή το θράσος περισσεύει, η Κυβέρνηση μας ρωτάει όλους μας: «Μα πιστεύετε ότι η Νέα Δημοκρατία θα έκανε κάτι καλύτερο»;

Η απάντηση είναι «Με τη Νέα Δημοκρατία τα πράγματα δεν θα είχαν φτάσει ποτέ εδώ. Η κατάσταση θα ήταν πολύ διαφορετική. Θα είχαμε τελειώσει σήμερα με τα Μνημόνια. Θυμίζω το 2014, το τρίτο τρίμηνο, η Ελλάδα ήταν πρωταθλήτρια στην ανάπτυξη στην Ευρωζώνη. Σήμερα μένει πίσω, όταν όλη η ευρωπαϊκή οικονομία ξαναμπαίνει μπροστά. Εμείς είμαστε ένα κόμμα εθνικής ευθύνης. Αναγνωρίζουμε ότι το Κράτος έχει συνέχεια. Οι συμφωνίες που υπογράφουμε ως χώρα προφανώς και μας δεσμεύουν. Μας δεσμεύουν, όμως, ως προς τους στόχους. Όχι ως προς τα μέσα, με τα οποία αυτοί θα επιτευχθούν. Το πώς θα επιτευχθούν οι στόχοι είναι θέμα δικό μας.

Η Νέα Δημοκρατία, θυμίζω, αναγκάστηκε να ψηφίσει το τρίτο Μνημόνιο για να μείνει η χώρα στην Ευρώπη. Αλλά το τρίτο Μνημόνιο λήγει τον Αύγουστο του 2018. Το τέταρτο Μνημόνιο αποτελεί κοινό επίτευγμα των κ. Τσίπρα και Καμμένου και φέρει ανεξίτηλη την υπογραφή τους. Επιχειρεί να δεσμεύσει τη χώρα για μετά τη λήξη της θητείας αυτής της Κυβέρνησης. Πρόκειται για μια εθνική αποτυχία στην οποία δεν θα συνεργήσουμε. Αυτό είναι το δικό τους Μνημόνιο. Και αυτή δεν θα είναι η δική μας πολιτική. Οι διαφορές μας είναι μεγάλες και με την άγρια φορολογία που επέλεξε η Κυβέρνηση, αλλά και με τους εταίρους μας, που ανέχθηκαν και συμφώνησαν σε αυτήν την επιλογή.

Η πολιτική αυτή δεν είναι μόνο σύμβολο εξαπάτησης του ελληνικού λαού. Είναι οικονομικά αναποτελεσματική. Είναι στρατηγικά εσφαλμένη. Πλήττει την πραγματική οικονομία. Στεγνώνει την αγορά. Φρενάρει την ανάπτυξη. Και αυτό το βλέπουμε ήδη. Φόροι και καθυστέρηση στο κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης πάνε να ακυρώσουν τις όποιες αναπτυξιακές προοπτικές για το 2017.

Και η επιλογή αυτή, δεν θα κουραστούμε να το λέμε, δεν είναι μονόδρομος για μας. Χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό μείγμα πολιτικής. Με λιγότερους φόρους για να αναπνεύσουν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις. Με στοχευμένη μείωση των κρατικών δαπανών, αλλά κυρίως με γρήγορες και τολμηρές διαρθρωτικές αλλαγές για να προσελκύσουμε επενδύσεις και να πάρει μπρος η ανάπτυξη.

Αυτή είναι η μόνη πολιτική που μπορεί να απελευθερώσει τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου. Και που θα αποκαταστήσει, επίσης, την αξιοπιστία της χώρας εκτός συνόρων. Για να διεκδικήσουμε στο μέλλον μικρότερα πλεονάσματα και δημοσιονομικό οξυγόνο.

Αν δεν γίνουν όλα αυτά, η Ελλάδα θα σέρνεται από Μνημόνιο σε Μνημόνιο, όπως γίνεται τώρα. Όμως, η αποτυχία τους δεν είναι και αποτυχία της χώρας. Μπορούμε κάτι καλύτερο. Η Ελλάδα περιμένει και χρειάζεται μια μεγάλη πολιτική αλλαγή. Ένα μεγάλο νέο ξεκίνημα. Οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι.

Σας καλώ, μας καλώ, να εντείνουμε την αντιπολιτευτική μας δράση, ενώ, ταυτόχρονα, όμως, θα ξεδιπλώνουμε στην κοινωνία το δικό μας ρεαλιστικό σχέδιο για την έξοδο από την κρίση και την εθνική ανασυγκρότηση. Και μπορούμε να κάνουμε και τα δύο ταυτόχρονα. Να είμαστε εξίσου θετικοί και τεκμηριωμένοι κρίνοντας από τη μια την Κυβέρνηση και από την άλλη εκφέροντας τη δική μας εναλλακτική λύση.

Σας καλώ, επίσης, να μην ξεχνάμε ότι από την κρίση θα βγούμε μόνο όλοι μαζί ενωμένοι. Ο σπόρος του διχασμού, που προσπάθησε να ρίξει ο κ. Τσίπρας στην ελληνική κοινωνία, δεν πιάνει.

Τέλος, πρέπει με το παράδειγμά μας να αποκαταστήσουμε την αξιοπιστία της πολιτικής στα μάτια των πολιτών. Το 2017 είναι έτος εκλογών στην Ευρώπη και βλέπουμε ήδη την ήττα του λαϊκισμού στην Ολλανδία και, όπως πιστεύουμε ότι θα γίνει και στη Γαλλία. Και μιας και αναφέρομαι στη Γαλλία, να θυμίσω, πως κατάφεραν οι δυο κυβερνητικοί εταίροι να προκαλέσουν θυμηδία με τη στάση τους. Ο μεν κ. Τσίπρας, μέσα σε μια εβδομάδα, υποστήριξε πρώτα τον σοσιαλιστή υποψήφιο, μετά τον νεοκομμουνιστή υποψήφιο, για να καταλήξει, τελικά, να στηρίξει το φαβορί της εκλογής. Ο δε κ. Καμμένος ντρέπεται να μας πει ότι στηρίζει την κυρία Λεπέν.

Οι κοινωνίες είναι διατεθειμένες να δώσουν την ευκαιρία σε προτάσεις σοβαρές και σε πρόσωπα που προσέρχονται ενώπιον τους με ειλικρίνεια, αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες και εξηγώντας, με λόγο ρεαλιστικό και τεκμηριωμένο, πώς αυτές οι δυσκολίες μπορούν να ξεπεραστούν. Στα πρόσωπα που ενσαρκώνουν, με το ύφος και το ήθος τους, τις απαιτήσεις της δημοκρατικής πολιτείας για μια καθαρή ματιά και για ανανέωση. Για να αλλάξουμε τη χώρα, πρέπει να αλλάξουμε και την ίδια τη διαδικασία της πολιτικής. Αυτό είναι το στοίχημά μας και θα το πετύχουμε.