Ούτε ανοχή, ούτε αναβολή

Δεν είναι πολλά χρόνια πίσω. Για τη δεκαετία του ’80 θα σας μιλήσω. Εζησα τότε τη Μενάνδρου πολύ καλά. Ηταν ο πιο φιλικός δρόμος για τα παιδιά της επαρχίας. Σαν τη συνέχεια του χωριού μας σε έναν ξένο τόπο. Γιατί έτσι βλέπαμε την Αθήνα εκείνο τον καιρό όσοι ήρθαμε εδώ για να βρούμε την τύχη μας. Δύσκολες ημέρες, αλλά το Σάββατο ήταν αλλιώς. Κατεβαίναμε στην Ομόνοια για να ανταμώσουμε τους συγχωριανούς, να πούμε τα δικά μας και να νιώσουμε ασφαλείς.

Στον δρόμο λοιπόν, που σήμερα τρομάζουν να περάσουν οι Αθηναίοι, ακόμη και αν είναι μέρα μεσημέρι, ήταν τα καφενεία των επαρχιωτών. Είχαν και ονόματα. Η «Ωραία Λευκάδα», η «Ενδοξη Αρκαδία», το «Στέκι της Ρούμελης» και πάει λέγοντας. Εκεί δεν ένιωθες ποτέ μόνος. Όλο και κάποιον θα συναντούσες κάθε ώρα της ημέρας. Ελεγες μαζί του τα νέα και τα παλιά, για γάμους, έρωτες, απώλειες, ξενιτεμένους που γύρισαν στην πατρίδα, ή άλλους που πρόκοψαν και ρίζωσαν για πάντα στην Αυστραλία και στον Καναδά. Και όταν ξέμενες από δουλειά, αν δεν είχες να βγάλεις την εβδομάδα, πάντα ένας θα σου έβαζε 20 δραχμές στην τσέπη.

Εκεί σε αυτούς τους καφενέδες λειτουργούσε και ένα ιδιότυπο ταχυδρομείο. Οι γονείς μάς έστελναν μια φορά τον μήνα από το χωριό ό,τι μπορούσαν. «Ταχυδρόμοι» ήταν οι οδηγοί και οι εισπράκτορες των λεωφορείων του ΚΤΕΛ. Σε ένα φάκελο παίρναμε το νοίκι για τη φοιτητική γκαρσονιέρα και κάτι παραπάνω, άλλοτε λίγα, άλλοτε λίγο περισσότερα. Ανάλογα πώς πήγαινε η σοδειά. Και πάντα μαζί με τον φάκελο υπήρχε και ένα χαρτόκουτο με καλούδια. Χορτόπιτα, τυρόπιτα και σπιτικά γλυκά από τα χέρια της μάνας.

Ήταν πάρτι κάθε βόλτα στη Μενάνδρου. Υστερα καλούσαμε τους συμφοιτητές από το χωριό στην γκαρσονιέρα για να κεράσουμε. Την άλλη εβδομάδα θα είχε άλλος σειρά. Κανείς μας δεν φοβήθηκε ποτέ σε αυτόν τον δρόμο. Κανείς δεν σκέφτηκε μήπως του κλέψουν τον φάκελο με το νοίκι, ή το κουτί με τις πίτες. Αλλη ζωή, άλλος κόσμος. Οι πιο παραβατικοί του κέντρου που είχαν πάρε-δώσε με την Αστυνομία ήταν ο θρυλικός παπατζής που άπλωνε τα χαρτιά του σε σκαμνί και 2-3 λιμοκοντόροι που παρίσταναν τους προστάτες στους οίκους ανοχής.

Πέρασαν τα χρόνια, άλλαξε η Μενάνδρου, μεγαλώσαμε και εμείς. Χαθήκαμε από τα στέκια, χάθηκαν κι αυτά. Ξαναπήγα το 2000. Είδα τους ίδιους καφενέδες με άλλες ταμπέλες και άλλους πελάτες. Εκεί πια συναντιόντουσαν Ουκρανοί, Γεωργιανοί, Αλβανοί, μέχρι να ριζώσουν, Μολδαβοί, Βούλγαροι και Ρουμάνοι. Ιδιες εικόνες με αυτές που ζήσαμε οι επαρχιώτες τρεις-τέσσερις δεκαετίες πριν. Μόνο που οι καινούργιοι θαμώνες του δρόμου δεν λάμβαναν, αλλά έστελναν χρήματα και κουτιά με καλούδια στους δικούς τους, με τους οδηγούς των τουριστικών λεωφορείων. Κυρίως γυναίκες που σήκωσαν στους ώμους τους την κατάρρευση των οικονομιών των χωρών του ανατολικού μπλοκ. Τίποτε δεν ενοχλούσε σε αυτές τις εικόνες. Η Μενάνδρου συνέχιζε να είναι ένας λειτουργικός δρόμος με άλλους θαμώνες.

Την τελευταία 15ετία έγινε η καταστροφή. Οι δρόμοι γύρω από την Ομόνοια μοιάζουν να μην ανήκουν πλέον στην ελληνική επικράτεια και οι άνθρωποι που κινούνται εκεί δεν υπάγονται ούτε στη δική μας έννομη τάξη αλλά ούτε και κάποιας άλλης χώρας, αφού δεν ξέρουμε ποιοι είναι. Αλλάζουν ονόματα και διαβατήρια με την ίδια ευκολία που αλλάζουν πουκάμισα, αφού σε αυτούς ακριβώς τους δρόμους θησαυρίζουν οι πλαστογράφοι. Στο ιστορικό κέντρο έχει γίνει πλήρης κατάληψη από δεκάδες χιλιάδες κακοποιούς από όλο τον πλανήτη.

Οι συνδικαλιστές αστυνομικοί μιλούν για 40.000 μη καταγεγραμμένους. Μια ολόκληρη πόλη. Ναρκωτικά, λαθραία τσιγάρα, ακραία εκμετάλλευση γυναικών και εμπόριο παντός είδους προϊόντων μαϊμού. Την ημέρα κανονικός άνθρωπος περνάει από εκεί μόνο αν υπάρχει σημαντικός λόγος. Το βράδυ ούτε συζήτηση. Και μέσα στο αυτοκίνητο με κλειδωμένες πόρτες σε πιάνει φόβος. Πρόκειται για εγκληματικές συμμορίες από όλο τον κόσμο, που χρειάζονται άμεση και δραστική αντιμετώπιση. Και αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη, εδώ που φθάσαμε, από τον πλήρη έλεγχο σε κάθε πολυκατοικία, πόρτα-πόρτα. Η άγρια δολοφονία μέρα μεσημέρι για ασήμαντη αφορμή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Τώρα αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Θα γίνει αυτό που γίνεται στη Γερμανία, στην Ολλανδία και στη Δανία. Πλήρης καταγραφή όλων. Ποιοι πραγματικά είναι και -το κυριότερο- πώς βιοπορίζονται.

Υπάρχει τεχνογνωσία για αυτή τη δουλειά σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Η κλεψύδρα άδειασε, δεν υπάρχει άλλος χρόνος ούτε για αναβολή ούτε για ανοχή. Εδώ μιλάμε για ζούγκλα, για άγρια εγκληματικότητα. Και η δράση αυτών των ανθρώπων, πέραν των Αθηναίων που έχασαν τη γειτονιά τους,στρέφεται κατά κύριο λόγο ενάντια στους αδύναμους συμπατριώτες τους, πρόσφυγες και μετανάστες. Αυτούς εκμεταλλεύονται, αυτούς κακοποιούν, τα δικά τους αγόρια και τα κορίτσια εκπορνεύουν με τη βία.

Προτεινόμενα για εσάς