«Θρίλερ» με την σύλληψη Ισραηλινού δισεκατομμυριούχου στο αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος»

Υπό άκρα μυστικότητα βρίσκεται υπό περιορισμό στην Ελλάδα ο 65χρονος δισεκατομμυριούχος Μπένι Στέινμετζ, η περιουσία του οποίου υπολογίζεται στα 4,1 δισεκατομμύρια δολάρια. Όλα ξεκίνησαν όταν συνελήφθη στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», στις 24 Νοεμβρίου.

Ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας Μπένι Στέινμετζ κρατείται, σύμφωνα με δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο, στην Ελλάδα αφότου καταδικάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ρουμανίας, για υπόθεση απάτης με ακίνητα. Μάλιστα το Βουκουρέστι εξέδωσε αίτημα έκδοσης σε βάρος του. Ακολούθησε ερυθρά αγγελία από την Interpol για να εκτίσει την ποινή φυλάκισης 5 ετών που του είχε επιβληθεί, όμως το ένταλμα ακυρώθηκε.

Στην Ελλάδα κρατείται μέχρι να αποσαφηνιστεί το ζήτημα, αναφέρουν τα δημοσιεύματα. Είναι ελεύθερος να μετακινηθεί, υπό τον περιοριστικό όρο να μην βγει από τη χώρα.

Η ερυθρά αγγελία από την Interpol εκτελείται όταν κάνεις καταζητείται από τις Αρχές σε χώρες-μέλη της οργάνωσης δίωξης του εγκλήματος.

Την κράτηση του Ισραηλινού επιβεβαιώνει και ο συνήγορος υπεράσπισής του Έιταν Μαόζ.

To deal με την Εθνική Τράπεζα

To 2013 το όνομα του Ισραηλινού επιχειρηματία είχε συνδεθεί με μια σειρά επενδυτικών κινήσεων στην Ελλάδα. Τότε δημοσιεύματα στον Τύπο έκαναν λόγο για έναν Ισραηλινό επιχειρηματία μεταλλείων, ο οποίος ενδιαφέρεται για την ΛΑΡΚΟ και πως μέσω του fund του, το οποίο έχει σχέσεις με την Deutsche Bank, θα εξασφάλιζε περί τα 900 εκατ. μετρητά στην Εθνική Τράπεζα, με εγγύηση τα ακίνητα της εταιρείας ακινήτων Πανγαία.

Μάλιστα σύμφωνα με τα τότε δημοσιεύματα η περιουσία του 57χρονου Μπένι Στέινμετζ είχε υπολογιστεί σε 4,1 δισ. δολάρια.

Ο Ισραηλινός, ο οποίος εκείνη την εποχή ζούσε μόνιμα στην Ελβετία -και είχε κατηγορηθεί για δωροδοκία στην Γουινέα- διαθέτει το fund Βenny Steinmetz Group Resourses.

Σύμφωνα με πηγή της Εθνικής Τράπεζας, το deal ήταν να πραγματοποιηθεί υπό την εποπτεία της Γερμανικής Τράπεζας και ήταν συνδυαστικό καθώς ο Ισραηλινός μέσω του Fund και η Γερμανική Τράπεζα θα διέθεταν έως 900 εκατ. ευρώ και θα έμπαιναν ως εγγύηση τα ακίνητα της Πανγαία, η αξία της οποίας είχε αποτιμηθεί στο 1 δισ. ευρώ.

Με την συμφωνία, η Εθνική θα εξασφάλιζε 900 εκατ. ευρώ για τα εποπτικά της κεφάλαια, ενώ είχε εξεταστεί και η είσοδο της εταιρείας στο χρηματιστήριο.

Σύμφωνα με ξένα δημοσιεύματα, μέσω του Beny Steinmetz Group είχαν εξασφαλιστεί τα κεφάλαια προκειμένου να συσταθεί και λειτουργήσει η Invel Real Estate, η επενδυτική πλατφόρμα που δραστηριοποιείται στις αγορές ακινήτων και μεταξύ άλλων έχει αποκτήσει το 66% της Πανγαία ΑΕΕΑΠ. Σύμφωνα με παλαιότερη ανακοίνωση, της εταιρείας Invel, ο Beny Steinmetz ήταν ένας από τους επενδυτές (limited partner) που συμμετείχε εμμέσως στην αρχική συγκέντρωση κεφαλαίων για την απόκτηση του 66% της “Πανγαία ΑΕΕΑΠ” από την Invel Real Estate Partners.

To συνολικό τίμημα για την εξαγορά του 66% της «Πανγαία» από την Invel ανήλθε στο ποσό των 653 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 234 εκατ. ευρώ συνιστούν ίδια κεφάλαια με καταβολή 161 εκατ. ευρώ σε μετρητά και εισφορά ακινήτου στην Ιταλία αξίας 73 εκατ. ευρώ.

Πάντως κύκλοι της εταιρείας είχαν διευκρινίσει σε ελληνικά μέσα ενημέρωσης πως η Ιnvel Real Estate Partners ούτε ανήκει ή ανήκε ποτέ στον Μπένι Στάινμετζ (Beny Steinmetz) και η INVEL RE (NETHERLANDS) II B.V. που έχει επενδύσει στην Πανγαία αποτελεί limited partnership της Invel.

 

Είχε συλληφθεί και το 2016

Στη σύλληψη του Στέινμετζ είχαν προχωρήσει οι Ισραηλινές Αρχές το 2016.

Ο επιχειρηματίας συνελήφθη σε αεροδρόμιο του Ισραήλ, ανακρίθηκε και τέθηκε σε κατ΄οίκον περιορισμό έως τις αρχές του 2017. Σύμφωνα με τα ξένα media, ο Στέινμετζ βρισκόταν μεταξύ άλλων αντιμέτωπος με κατηγορίες για χρηματισμό στην υπόθεση της απόκτησης – μέσω της εταιρείας του, BSG Resources – των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης του ορυχείου “Simandou” στη Νέα Γουινέα, το οποίο συγκαταλέγεται σε αυτά με τα μεγαλύτερα αποθέματα σιδηρομεταλλεύματος στον κόσμο.

Αρχικά τα δικαιώματα αποκτήθηκαν από τη Rio Tinto, αλλά ανακλήθηκαν με το αιτιολογικό των καθυστερήσεων στην ανάπτυξη του project.

Η υπόθεση χρονολογείται από το 2013 όταν οι αμερικανικές δικαστικές αρχές ξεκίνησαν έρευνα για την υπόθεση. Το 2014, η κυβέρνηση της Γουϊνέας, επίσης έπειτα από έρευνα που πραγματοποιήθηκε, κατέληξε στο συμπέρασμα πως η συναλλαγή ήταν αποτέλεσμα διαφθοράς, κάτι που από την πρώτη στιγμή αντέκρουσε η BSG Resources. Νωρίτερα, η εταιρεία εξόρυξης σιδηρομεταλλεύματος BSG Resources είχε πουλήσει το 51% των δικαιωμάτων αυτών στον κολοσσό Vale, έναντι 2,5 δισ.δολαρίων.

Σε ανακοίνωσή της η BSG Resources αναφέρει πως οι κατηγορίες της κυβέρνησης της Γουινέας περί χρηματισμού «δεν στερούνται απλώς βάσης, αλλά αποτελούν μια συστηματική προσπάθεια για σκεπάσουν την ενδημική διαφθορά που καταστρέφει τη χώρα επί σειρά ετών».