Μάθημα δημοσιονομικής αρετής

Δώσαμε κάτι παραπάνω, αλλά τα τελευταία επτά χρόνια της κρίσης τα ελληνικά πολιτικά κόμματα και τα ΜΜΕ έμαθαν οικονομικά. Ή έστω άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι οι παλιές θεωρίες που έλεγαν ότι «όσο πιο πολλά ξοδεύεις τόσο περισσότερα σου μένουν» δεν έχουν πέραση πια. Ετσι, σε μια χώρα που κάθε προϋπολογισμός βαφτιζόταν «αντιαναπτυξιακός» επειδή δεν είχε μεγαλύτερα από τα ήδη μεγάλα ελλείμματα, για πρώτη φορά τα δύο μεγάλα κόμματα τσακώνονται για το ποιο επέτυχε μεγαλύτερα πλεονάσματα ενώ τα ΜΜΕ στεναχωριούνται που δεν είχαμε ακόμη μεγαλύτερα. Κι όλα αυτά, όταν το 2009 –τότε που είχαμε θηριώδες πρωτογενές (δηλαδή χωρίς τοκοχρεολύσια) έλλειμμα 24 δισ. ευρώ– θεωρήθηκε «υφεσιακός» ο προϋπολογισμός του 2010 επειδή προέβλεπε μείωση του ελλείμματος κατά 9,4 δισ., ήτοι 4% του ΑΕΠ.

Ηταν πανάκριβο αυτό το μάθημα δημοσιονομικής αρετής για το ελληνικό πολιτικό σύστημα και για την κοινωνία εν γένει. Το πληρώσαμε με πολλά χρόνια ύφεσης, επειδή δεν υπήρχαν οι πολιτικές συγκλίσεις για το αυτονόητο, δηλαδή για το γεγονός ότι ένα κράτος δεν μπορεί να ξοδεύει εσαεί περισσότερα απ’ όσα εισπράττει και πολύ περισσότερο σε μια χώρα σαν την Ελλάδα που πλέον δεν τη δάνειζε κανείς. Και θα συνεχίσουμε να το πληρώνουμε με την άνοδο του αντιευρωπαϊσμού, ο οποίος άρχισε να φουντώνει διότι οι εταίροι μάς δάνειζαν όσο χρειαζόταν για να μην καταρρεύσουν το κράτος και η οικονομία, και όχι όσα χρειαζόταν το αδηφάγο Δημόσιο για να δίνει επιδόματα έγκαιρης προσέλευσης στην εργασία.

Με δεδομένο λοιπόν ότι χρειάστηκαν επτά χρόνια για να γίνουν τα αυτονόητα κοινός τόπος, το ερώτημα είναι πόσος χρόνος θα χρειαστεί για τα πιο σύνθετα, όπως για παράδειγμα πώς θα καταφέρουμε να έχουμε πλεονάσματα χωρίς να στραγγιστεί κάθε παραγωγική ικμάδα της χώρας. Οι γιούργια στον ταβά με τα κουλούρια κυβερνώντες αποφάσισαν να ακολουθήσουν την κυβερνητική πολιτική που κάποτε σάρκαζε ο Ρόναλντ Ρέιγκαν: «Αν κινείται, φορολόγησέ το· αν συνεχίσει να κινείται, ρύθμισέ το· αν σταματήσει, επιδότησέ το». Το ανοσιούργημα Κατρούγκαλου που βαφτίστηκε «ασφαλιστική μεταρρύθμιση» έγινε ένα δεύτερο φορολογικό σύστημα που απομυζά κάθε προοπτική των μικρών επιχειρήσεων. Δεν έχει καμία λογική ασφαλιστικού, υπό την έννοια της –έστω υποχρεωτικής– αποταμίευσης. Προβλέπει ασφαλιστικές εισφορές αναλόγως του εισοδήματος και συντάξεις αναλόγως της οικονομικής κατάστασης που θα βρίσκονται τα Ταμεία, δηλαδή χαμηλές.

Αν χρειάζεται ένα σχέδιο η χώρα, είναι μόνο για το κράτος. Πώς θα είναι δημοσιονομικά ενάρετο (δεν θα παράγει δηλαδή τα εφιαλτικά ελλείμματα της κυβέρνησης Καραμανλή), θα διέπονται οι πολιτικές του από τους κανόνες της τυπικής λογικής (σε αντίθεση με αυτές των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ), θα έχει δίκαιη φορολογική πολιτική (όλα τα εισοδήματα να φορολογούνται εξίσου, ανεξαρτήτως πηγής) και τέλος πώς θα παράγει τις αναγκαίες υπηρεσίες με το χαμηλότερο δυνατό κόστος.

Ένα τέτοιο κράτος, που παραλλήλως δεν θα γίνεται εμπόδιο στους ιδιώτες να επιχειρήσουν σε όποιον τομέα θέλουν, μπορεί να γίνει μοχλός ανάπτυξης της χώρας. Θα προστατεύει τους αδύναμους, αλλά δεν θα βάζει τρικλοποδιές στους δημιουργικούς. Μπορούμε να το πετύχουμε; Σίγουρα. Αρκεί να μη χρειαστεί άλλη μία επταετία, διότι δεν την έχουμε…

 

 

Από την εφημερίδα Καθημερινή.

 

οικονομίαπολιτικήφορολογία