Με αφορμή το βιβλίο της Γ’ Λυκείου και τα Σκόπια

Μόνο ως φυσιολογικό επακόλουθο θα μπορούσε κανείς να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις που έχουν προκληθεί από το βιβλίο Ιστορίας γενικής κατεύθυνσης της Γ’ Λυκείου, το οποίο έχει δοθεί στα Ελληνόπουλα από πέρσι, όπου τα Σκόπια καταγράφονται σε «επεξηγηματικό» χάρτη ως «Μακεδονία».

Είναι προφανώς παρακινδυνευμένο να εμπλακεί κανείς σε συνωμοσιολογία παίρνοντας πάνω του την ευθύνη να κατηγορήσει τον οποιονδήποτε για «ανθελληνικά κίνητρα» και θα πρέπει στην Ελλάδα όλοι να μάθουμε την αρετή της αυτοσυγκράτησης και της αντίστασης στις «σειρήνες» του φθηνού εντυπωσιασμού, παρότι αυτό συνεπάγεται κόστος σε όρους αναγνωσιμότητας και επισκεψιμότητας.

Πολλώ δε μάλλον όταν στο χάρτη αναφέρονται περιοχές (Βουκοβίνα, Βεσσαρβαία) που επίσης δεν αποτελούσαν την εποχή που καλύπτει ο χάρτης κρατικές οντότητες, αλλά γεωγραφικές περιοχές. Ωστόσο, παρά τα όσα μπορούν να αναφερθούν ένθεν κακείθεν, η υπόθεση προσφέρεται για ορισμένες σοβαρές παρατηρήσεις, γενικού περιεχομένου.

Είναι λοιπόν εξίσου επιτακτικό να σοβαρευτούμε συλλογικά και εις έκαστος εξ ημών να κάνει τη δουλειά με την οποία έχει επιφορτιστεί, στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα με μεγαλύτερη ευθύνη. Είναι εξ ορισμού σαφές, ότι η γνώμη των υπευθύνων να δώσουν το τελικό «ΟΚ» για να δοθεί το βιβλίο στα σχολεία, αλλά και των συγγραφέων, έχει ενδιαφέρον.

Είναι όμως εξίσου σαφές, ότι σε μια δημοκρατική κοινωνία, όπου μπορεί ο καθένας να έχει και να απολαμβάνει – κυριολεκτικά – την ελευθερία να διατυπώνει την άποψή του, είτε είναι πολιτικώς ορθή είτε όχι, δεν μπορεί παρά να υπάρχουν όρια, ώστε να αποφεύγονται οι παρανοήσεις και οι καταχρήσεις.

Όταν υπάρχει μια γενική κατεύθυνση στα θέματα παιδείας από το αρμόδιο υπουργείο Παιδείας, άπαντες οι μισθοδοτούμενοι από τον δημόσιο κορβανά, οφείλουν να συμμορφώνονται, αφήνοντας στην άκρη την άποψή τους, είτε αυτή τάσσεται υπέρ πιο έντονα «εθνικής» παιδείας, είτε πιο «αναθεωρητικής».

Κι ας μη διανοηθεί κανείς να ισχυριστεί πως δεν αντιλαμβάνεται τι εννοώ, καθότι ο τόπος είναι μικρός και όλοι γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Όλες οι απόψεις είναι σεβαστές, όμως θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι δεν θα προχωρήσει μπροστά η χώρα εάν την αποδεχόμαστε «α λα καρτ» υπό την προϋπόθεση ευθυγράμμισης με τις προσωπικές μας απόψεις.

Ο ένας πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις επισημάνσεις του άλλου, έχοντας πάντα στο μυαλό, ότι η συνισταμένη αυτής της διαδικασίας θα καταλήξει στα σχολεία και στα παιδιά. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου εκπαιδευτικοί θεωρούν πως αποτελεί αποδεκτή εκπαιδευτική πρακτική και υπεύθυνη στάση το να αναλαμβάνουν πρωτοβουλία και να προσαρμόζουν το περιεχόμενο της διδασκαλίας τους στα δικά τους πιστεύω.

Ασχέτως αν συμφωνεί κανείς ή διαφωνεί με αυτές τις απόψεις, θα πρέπει να τους θυμίσω ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο «αμάρτημα» στην εκπαιδευτική διαδικασία, από το να θεωρήσει κάποιος ότι κατέχει την απόλυτη αλήθεια, να αυτο-χριστεί …πεφωτισμένος και να αντιμετωπίζει με μεσσιανικό τρόπο τον ρόλο του.

Για παράδειγμα, εάν κάποιος καθηγητής δηλώνει …διεθνιστής και οπαδός της θεωρίας κατάργησης των εθνικών συνόρων, δεν μπορεί να το προτάξει στους μαθητές του, αλλά ενδεχομένως να το παρουσιάσει ως μία κριτική θεώρηση στην αναμφισβήτητη διεθνή κρατική πραγματικότητα, ως ο επικρατών τρόπος οργάνωσης παγκοσμίως.

Διότι εάν δεν το τηρήσει, αυτομάτως θα έχει νομιμοποιήσει την άλλη πλευρά να κάνει ακριβώς το ίδιο, με τα παιδιά στο επίκεντρο να αποτελούν το θύμα των λιγότερο ή περισσότερο ορθολογικών απόψεων και αντιλήψεων των δασκάλων και των καθηγητών τους. Πέραν κάποιων γενικών αρχών που δεν μπορούν παρά να καθορίζονται κεντρικά, σε επίπεδο υπουργείου Παιδείας, αν έχει κάτι σημασία, είναι το να αντιληφθούν τη σχετικότητα της έννοιας «αλήθεια».

Σημασία έχει η διαμόρφωση προσωπικής άποψης, μετά από μελέτη, μια άποψη η οποία θα εμπλουτίζεται και θα τροποποιείται στην πορεία των χρόνων που εξελίσσεται ένας άνθρωπος, μαζί με την εμπειρία του. Η κομβική διαδικασία για τους δασκάλους και τους καθηγητές είναι το να εμφυσήσουν στα παιδιά μετριοπάθεια και σε μεταγενέστερο στάδιο τη συναίσθηση των κινδύνων που συνεπάγεται η υιοθέτηση της οποιασδήποτε άποψης.

Διότι παίρνοντας το ανωτέρω παράδειγμα των οπαδών και των αντιπάλων της κρατικής οργάνωσης του σύγχρονου κόσμου, στην πρώτη περίπτωση ένας προσανατολισμός που δίνει έμφαση στην πολυεπίπεδη «υπεροχή» μας έναντι του άλλου σε φέρνει αντίπαλο με την αντίστοιχη διαδικασία που υπάρχει σε όλες τις άλλες χώρες, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, η χώρα εκτίθεται στον κίνδυνο έξωθεν χειραγώγησης αυτής της αντίληψης με ιστορικά που ιστορικά ειδωμένο καταλήγει …σε αλλαγές συνόρων.

Και για να επιστρέψω στην αφορμή του σημερινού σχολίου δε χρειάζεται να κραυγάζουμε ούτε προς τη μία ούτε προς την άλλη κατεύθυνση, ανεξαρτήτως του προς τα που κλίνει η άποψή μας. Χρειάζεται σίγουρα όμως να αναθεωρήσουμε τη στάση μας συλλογικά και εν τέλει να γίνουμε όλοι μας πιο υπεύθυνοι.

Εθνικιστής δεν είμαι και θεωρώ άρρωστους ανθρώπους τους εθνικιστές και γενικά τους ακραίους. Διότι ο εθνικισμός περιέχει και μίσος για τον συνάνθρωπο και όσοι σεβόμαστε τη Δημοκρατία τον απορρίπτουμε. Άλλο πράγμα ο εθνικισμός και άλλο ο πατριωτισμός . Όμως, ο κ. Νίκος Φίλης και οι συνεργάτες του στο υπουργείο Παιδείας πρέπει να ασχοληθούν με το συγκεκριμένο βιβλίο. Και βέβαια να μην αφήσουν το θέμα στην κ. Αναγνωστοπούλου διότι θα αναγκαστούμε να δώσουμε και το …παλιάμπελο.

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο www.mignatiou.com

 

εκπεύδευσηκοινωνίαπολιτικήΣκόπια