Η θεραπευτική αξία της σιωπής

Η σιωπή του ασθενούς στην Ψυχανάλυση

Η πρώιμη ψυχαναλυτική λογοτεχνία περιγράφει τη σιωπή του ασθενούς ως ένα ενδοψυχικό φαινόμενο ερμηνευμένο ως αντίδραση στην αντίσταση και μεταβίβαση, ενώ η σιωπή του θεραπευτή θεωρείται μια τεχνική για να ξεκλειδώσει τη σιωπή του ασθενούς, να προκαλέσει τη μεταβίβαση και να διευκολύνει τη λεκτική επικοινωνία. Με την πάροδο του χρόνου, διάφοροι θεωρητικοί έρχονται να κατανοήσουν τη σιωπή ως μια διυποκειμενική διαδικασία επικοινωνίας και εμπειρίας μεταξύ του θεραπευόμενου και του θεραπευτή με διάφορες πτυχές.

Στην τρέχουσα πρακτική της ψυχοθεραπείας, η κατάλληλη χρήση της σιωπής των θεραπευτών εκτιμάται για την ενίσχυση της θεραπευτικής σχέσης, το «κρατείν και εμπεριέχειν» του θεραπευόμενου και τη σύνδεση σε ασυνείδητα επίπεδα.

Εξ ορισμού η σιωπή είναι η απουσία του ήχου, ένα κενό. Όσο σημαντικά είναι τα κενά ανάμεσα στις συλλαβές ώστε να διαμορφώνονται ξεχωριστές λέξεις, άρα και νοήματα, εξίσου σημαντική αναδεικνύεται στη ψυχοθεραπεία και η σιωπή για την ενεργητική ακρόαση, την εξερεύνηση του εαυτού, την ασφαλή επικοινωνία κα τη διέλευση από το συνειδητό στο ασυνείδητο. Σε αντίθεση με τη σιωπή από τη πλευρά του θεραπευόμενου, σιωπή που μπορεί να αποτελεί και μέρος της αντίστασής του, η σιωπή του ψυχοθεραπευτή είναι γεμάτη από «ψυχικά πλούτη» (Arlow, 1961).

Πως χρησιμοποιείται η σιωπή στην θεραπευτική διαδικασία

Η σιωπή μπορεί να χρησιμοποιηθεί με δύο βασικούς τρόπους. Πρώτον ως τρόπος ακρόασης και δεύτερον ως μια μη λεκτική επικοινωνία που μεταφέρει πολλά και διαφορετικά νοήματα στο θεραπευόμενο, με κυρίαρχα αυτά της αποδοχής ή της απόρριψης.

Η στάση του θεραπευτή

Για να είναι σε θέση ο θεραπευτής τόσο να αναγνωρίσει τι είναι αυτό που αντιμετωπίζει ο θεραπευόμενος όσο και να καθορίσει ένα τρόπο να τον πλαισιώσει, χρειάζεται να είναι σιωπηλός.

Σιωπηλός, βέβαια, δεν σημαίνει ανενεργός ή αποσυρμένος.

Αντιθέτως, πρόκειται για μια πολύ έντονη και ενεργητική κατάσταση, κατά την οποία στο μυαλό του μπορεί να γίνεται ανάκληση υλικού από προηγούμενες συναντήσεις, παρατήρηση των ενδοψυχικών και διαψυχικών φαινομένων στο εδώ και τώρα, φιλτράρισμα των πληροφοριών και επιλογή των κατάλληλων μεθόδων παρέμβασης ή ανταπόκρισης.

Πότε είναι προτιμητέα η σιωπή στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία

Ο Langs(1973) έχει προσδιορίσει κάποιες καταστάσεις της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας όπου είναι προτιμητέα η σιωπή.

Πρώτον, στην αρχή της συνεδρίας. Η σιωπή στην αρχή επικυρώνει το προνόμιο του θεραπευόμενου να ορίζει ο ίδιος τον τόνο, την κατεύθυνση και την εστίαση της συνεδρίας.

Δεύτερον, όσο διάστημα δεν κατανοεί το περιεχόμενο των όσων αφηγείται ο θεραπευόμενος ή τις υποβόσκουσες διεργασίες του θεραπευομένου. Όσο εξελίσσεται μια αφήγηση σε μια ουσιώδη κατεύθυνση, εξελίσσονται ταυτόχρονα οι αντιστάσεις, οι φαντασιώσεις, οι προσδοκίες και οι ασυνείδητες συγκρούσεις. Παρεμβαίνοντας με τη «σιωπή» επιτρέπει σε αυτά τα φαινόμενα να εκφραστούν, ενώ αντίθετα τα όποια λόγια είναι πιθανό να αποπροσανατολίσουν, να στρέψουν την προσοχή στην άμεση πραγματικότητα ή να επανεγκαθιδρύσουν τις άμυνες του θεραπευόμενου.

Η κατανόηση της σιωπής σχετίζεται περαιτέρω με την κατανόηση των κινδύνων μιας λεκτικής παρέμβασης πρώιμης ή κακώς συντονισμένης.

Τρίτον, οφείλει να είναι σιωπηλός, όταν ο θεραπευόμενος φαίνεται να έχει ροή στην αφήγησή του ή όταν είναι και εκείνος σιωπηλός. Τέλος, με το να είναι σιωπηλός είναι σε θέση να παρατηρεί, να σκέφτεται και να οργανώνει τον τρόπο που θα παρέμβει.

Η σιωπή ως μια διαδικασία επικοινωνίας

Ο Sabbadini (1991) θεωρούσε ότι η σιωπή είναι μια διαδικασία επικοινωνίας μεταξύ των δυο συμβαλλομένων, ενός διαπροσωπικού φαινομένου. Επιπλέον, επέμεινε στη χρήση της σιωπής του θεραπευτή για την ενίσχυση της κατανόησης του εσωτερικού κόσμου του θεραπευόμενου. Τα λόγια, όπως οι σιωπές, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μορφές αντίστασης στη σύνδεση με τον εσωτερικό κόσμο και τον εαυτό του άλλου.

Η σιωπή συχνά φέρει το υπαρξιακό χαρακτηριστικό της αυθεντικότητας και της αποδοχής.

Ο θεραπευτής «μιλάει» στο θεραπευόμενο μέσω της σιωπής και κυρίως μεταδίδει μια αίσθηση ασφάλειας, εμπιστοσύνης και πρόσκλησης για μια επανορθωτική ενδοσκόπηση. Επιπλέον, η σιωπή μπορεί να παίρνει τη μορφή ερμηνευτικής δράσης, με το να γίνεται η βάση για συμβολικές ή φαντασιακές εμπειρίες (Ogden, 1994). Σε γενικές γραμμές η σιωπή, ως μια στάση σχετικής απουσίας, έχει το νόημα της προσφοράς χρόνου και χώρου στο θεραπευόμενο και τη δυνατότητα να ξεδιπλωθεί όπως εκείνος το επιθυμεί.

Η σιωπή είναι σαν το λευκό χρώμα. Αν και μια λευκή επιφάνεια φαίνεται να είναι άχρωμη, γνωρίζουμε από τη φυσική ότι αποτελείται από το άθροισμα όλων των χρωμάτων. Αυτή η μεταφορά σημαίνει ότι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τη σιωπή ως δοχείο λέξεων, ως μια περισσότερο ή λιγότερο διαφανή και εύθραυστη μεμβράνη.

«Ο λόγος είναι ασήμι και η σιωπή χρυσός.»
Πυθαγόρας

Παγουλάτου Κατερίνα
Ψυχολόγος

Πηγή: www.e-psychology.gr/