Οι δήμαρχοι πίσω από την κουρτίνα

Η επίταξη σε μια δημοκρατική χώρα δεν ακούγεται ωραία δουλειά. Οπως και η πράξη νομοθετικού περιεχομένου. Πόσο μάλλον όταν η εφαρμογή της απαιτεί την αρωγή των ΜΑΤ. Αυτά είναι έκτακτα μέτρα, που πρέπει να λαμβάνονται μόνο σε εξαιρετικές συνθήκες και να μην γίνεται κατάχρησή τους, γιατί τότε αλλοιώνεται το πολίτευμα, το οποίο έχει ως βάση τη διαβούλευση. Γι’ αυτό υπάρχουν τα Κοινοβούλια, για να συζητούν οι εκπρόσωποι του έθνους και να καταλήγουν στην καλύτερη απόφαση με τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση. Αν μου πείτε «ωραίο το παραμύθι σου, αλλά δεν έχει δράκο», έχετε δίκιο. Ετσι θα έπρεπε να λειτουργεί μια σύγχρονη δημοκρατία. Στη δική μας δημοκρατία βαλκανικού τύπου τα πράγματα έχουν πολλές και μεγάλες ιδιαιτερότητες. Το κακό ξεκινά από τη βάση της κοινωνίας. Ολα σωστά είναι γραμμένα στους νόμους, στην εφαρμογή τους πάσχουμε. Για παράδειγμα, η τοπική αυτοδιοίκηση τις τελευταίες τρεις δεκαετίες έχει ζητήσει πολλές αρμοδιότητες για όλες τις βαθμίδες της και έχει καταφέρει να τις αποκτήσει.

Μόνο που δεν της αρέσει η άσκηση της εξουσίας όταν αυτή συνεπάγεται κάποια δυσάρεστη απόφαση. Αρέσουν στους παρέδρους, στους δημάρχους και στους περιφερειάρχες η δόξα και τα αξιώματα όταν σχετίζονται με διορισμούς, παροχές, εγκαίνια χωρών αναψυχής και πανηγύρια τον Αύγουστο με κλαρίνα και τσάμικα. Οταν πρόκειται, όμως, να πάρουν απόφαση που θα δυσαρεστήσει τους πολίτες, αποποιούνται πλήρως όλες τις αρμοδιότητές τους, τις οποίες διεκδίκησαν οι ίδιοι και τις πέτυχαν με όλες τις κυβερνήσεις. Μόλις εμφανιστούν τα δύσκολα, σηκώνουν τα χέρια ψηλά και λένε ότι αυτό είναι δουλειά της κεντρικής εξουσίας. Πετούν το μπαλάκι στην Αθήνα και αμέσως σχεδιάζουν τη διαμαρτυρία τους, όποια κι αν είναι η απόφαση που θα λάβει ο εκάστοτε υπουργός. Παρότι εκείνοι του ζήτησαν να αποφασίσει.

Χωρίς αμφιβολία, η καυτή πατάτα αυτής της περιόδου είναι το προσφυγικό-μεταναστευτικό πρόβλημα. Δύσκολη και σύνθετη εξίσωση. Και η πιο καλοκουρδισμένη κυβέρνηση θα έβρισκε εμπόδια. Πόσο μάλλον οι δικές μας κυβερνήσεις, που είναι διαχρονικά απροετοίμαστες για να αντιμετωπίσουν έκτακτες συνθήκες. Ηρθε διαβασμένος ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το αποδεικνύει καθημερινά στα χρόνια προβλήματα της χώρας, κυρίως στην οικονομία, στις μεταρρυθμίσεις της δημόσιας διοίκησης, στην ψηφιοποίηση του κράτους, στη δημόσια τάξη, στο ασφαλιστικό και στη δημιουργία πλαισίου για την προσέλκυση επενδύσεων. Και οι πολίτες τα κατάλαβαν από την πρώτη στιγμή. Του έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης για να κυβερνήσει με άνεση και από τότε κάθε μήνα επιβεβαιώνουν τη στήριξή τους σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Το μόνο μεγάλο θέμα στο οποίο σκοντάφτει η κυβέρνησή του είναι η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών. Θα συμφωνήσουμε ότι σε αυτό δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Θα συμφωνήσουμε επίσης ότι επί ημερών του Μητσοτάκη αυξήθηκαν, για λόγους που δεν εξαρτώνται από τον ίδιο, οι άνθρωποι που φτάνουν κατά εκατοντάδες τα νησιά. Μα αυτό έπαθε και ο Αλέξης Τσίπρας το 2015. Σε μια περίοδο που η χώρα ήταν φτερό στον άνεμο, έτοιμη να τσακιστεί στα βράχια, και οι άνθρωποι που ήταν στην εξουσία την πρώτη περίοδο αλλού πατούσαν κι αλλού βρίσκονταν.

Με τον Αλέξη Τσίπρα, όμως, οι πολίτες για μεγάλο διάστημα έδειξαν μεγάλη ανοχή. Του επέτρεψαν τους πειραματισμούς. Δεν ξέρω αν ήταν αυτά που έλεγε ή ο τρόπος που τα έλεγε, αλλά η κοινωνία τού έδωσε πολλές ευκαιρίες. Στο τέλος, βέβαια, οι πολίτες κουράστηκαν και τον καταψήφισαν. Παρέμεινε, όμως, ο μακροβιότερος πρωθυπουργός των πέτρινων χρόνων της κρίσης.

Με τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν είναι ακριβώς έτσι. Οι πολίτες εκτιμούν τη μόρφωση, τη συγκρότηση και την επιμέλειά του, αλλά έχουν απαιτήσεις για άμεσα αποτελέσματα. Δεν περιμένουν από εκείνον έλλειψη προετοιμασίας και σχεδιασμού. Δεν θέλουν, με λίγα λόγια, να βραχυκυκλώνει. Απαιτούν να δώσει τις λύσεις που τους υποσχέθηκε και να τις δώσει τώρα, χωρίς παλινωδίες, αναποφασιστικότητα και αμηχανία. Και όλα αυτά συνέβαιναν μέχρι πρότινος στη διαχείριση του προσφυγικού. Γι’ αυτό ακριβώς είναι το μόνο θέμα για το οποίο οι πολίτες τον αποδοκιμάζουν στις δημοσκοπήσεις.

Εδώ που έφτασαν τα πράγματα, πρέπει και αυτό το θέμα να το χειριστεί ο ίδιος. Να το πάρει πάνω του καθημερινά και επί της ουσίας, όπως κάνει με την οικονομία, όπως κάνει με την ανάπτυξη, όπως κάνει με τα εθνικά θέματα. Οχι άλλους πειραματισμούς, όχι αλλά μπρος-πίσω. Ως προς τους δημάρχους και τους περιφερειάρχες, με όλο τον σεβασμό στα αξιώματά τους (πράγματι αξίζουν σεβασμό αυτοί που εκλέγονται, θέλει ένα ταλέντο αυτό, δεν μπορεί να εκλεγεί οποιοσδήποτε), πρέπει να σταματήσουν το κρυφτούλι. Τους δόθηκε πολύς χρόνος να προτείνουν λύσεις και να πάρουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί. Δεν το έκαναν. Πέρασε ο καιρός και τώρα ο σχεδιασμός ανήκει στον πρωθυπουργό. Και όλα δείχνουν ότι αυτό θα κάνει. Εκείνος θα διαχειριστεί αυτή τη μεγάλη κρίση και εκείνος θα κριθεί. Αν κερδίσει και αυτό το στοίχημα, θα είναι αδιαφιλονίκητος ηγέτης. Εάν το χάσει, η αποτυχία του μπορεί να είναι η αρχή του ντόμινο που θα συμπαρασύρει, θα ακυρώσει ή θα μειώσει τις άλλες επιτυχίες του.

 Ενας ευφυής καλλιτέχνης μού είπε όλο αυτό που εγώ λέω με πολλά λόγια μόνο με τρεις φράσεις. Εάν μπω σε αεροπλάνο και ακούσω ότι είναι πιλότος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, θα ανακουφιστώ. Θα σκεφτώ ότι έχει διαβάσει με κάθε λεπτομέρεια τις οδηγίες και θα μας προσγειώσει με ασφάλεια. Εάν ήταν ο Τσίπρας πιλότος, θα σκεφτόμουν «Ξέρει τι πρέπει να κάνει τώρα ή δεν ξέρει;». Στο πρώτο κενό αέρος, όμως, που θα συναντούσαμε και το αεροσκάφος θα κλυδωνιζόταν, θα φωνάζαμε όλοι μαζί στον Μητσοτάκη: «Πας καλά; Τι κάνεις τώρα;». Ενώ για τον Τσίπρα πριν από 5 χρόνια, στην ίδια αστοχία, τουλάχιστον οι μισοί θα έλεγαν: «Ο,τι μπορεί το παιδί κάνει…».

Προτεινόμενα για εσάς