Τι περιμένει η ΝΔ για να καταθέσει την πρόταση μομφής - Τα υπέρ και τα κατά

Έτοιμη προς κατάθεση έχει η Νέα Δημοκρατία  την πρόταση δυσπιστίας, η υποβολή της οποίας θα εξαρτηθεί από την πορεία της συζήτησης για την Συμφωνία των Πρεσπών.

Αξιωματούχοι της ΝΔ, ήδη από την προκαταρκτική συζήτηση που έγινε στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας έθεσαν δύο προϋποθέσεις για την ομαλή εξέλιξη των κοινοβουλευτικών διαδικασιών που είναι:

*Πρώτον, να κατατεθεί στο ελληνικό Κοινοβούλιο το οριστικό, αναθεωρημένο και κωδικοποιημένο κείμενο του σκοπιανού Συντάγματος, όπως προέκυψε μετά τη διαδικασία αναθεώρησης, και

*Δεύτερον, να δημοσιοποιηθεί η πολυσέλιδη επιστολή παραίτησης του Νίκου Κοτζιά από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών μετά τη θυελλώδη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου τον περασμένο Οκτώβριο και τις βαριές καταγγελίες για χρηματισμούς που είχε κάνει ο τότε υπουργός Άμυνας Πάνος Καμμένος.

Σύμφωνα με το protothema ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης εξέφρασε την απορία του για τη στάση της κυβέρνησης και του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Κατρούγκαλου, ο οποίος, αντί του τροποποιημένου Συντάγματος των Σκοπίων, έδωσε στους βουλευτές το κείμενο του ισχύοντος καταστατικού χάρτη της γείτονος που «κατέβασε» από την ιστοσελίδα, γεγονός που μαρτυρά ότι δεν κοινοποιήθηκε με τη ρηματική διακοίνωση για την οποία πανηγύριζαν στην ελληνική κυβέρνηση την προηγούμενη εβδομάδα .

«Σκόπιμη παραπλάνηση» 

Γαλάζιοι αξιωματούχοι υποψιάζονται ότι αυτό γίνεται με «διάθεση σκόπιμης παραπλάνησης» και προκειμένου να μη γίνει γνωστό στο ελληνικό Κοινοβούλιο ότι δεν έχουν καν υλοποιηθεί οι προβλέψεις της –ούτως ή άλλως- κακής Συμφωνίας που υπεγράφη τον περασμένο Ιούνιο στις Πρέσπες. Γίνεται, ειδικότερα, λόγος για το προοίμιο του Συντάγματος στο οποίο έχουν παραμείνει αλυτρωτικές αναφορές που αν γίνουν τώρα γνωστές θα φέρουν σε ακόμη δυσκολότερη θέση κάποιους από τους «πρόθυμους» προμάχους της Συμφωνίας.

«Όλοι οι βουλευτές θα βρεθούν αντιμέτωποι με τη συνείδησή τους -και υπόλογοι, βέβαια, στην Ιστορία- για τις αποφάσεις τις οποίες θα πάρουν», δήλωσε ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης από τη Θεσσαλονίκη.

«Είναι μια κακή συμφωνία», είπε και επιχειρηματολόγησε υποστηρίζοντας ότι «για πρώτη φορά η Ελλάδα εκχωρεί επίσημα “μακεδονική” γλώσσα και “μακεδονική” ταυτότητα στους γείτονες, εγκαταλείποντας, με αυτόν τον τρόπο, μια πολιτική δεκαετιών, για λόγους τους οποίους μόνο ο κ. Τσίπρας γνωρίζει».

Η πρόταση δυσπιστίας και οι συσχετισμοί

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης πρόσθεσε ότι το κόμμα του «θα προσέλθει στη συζήτηση αυτή συντεταγμένα, με νηφαλιότητα και αποφασιστικότητα. Θα εξηγήσει στους Έλληνες πολίτες γιατί η συμφωνία αυτή είναι μια κακή συμφωνία».

Και, προαναγγέλλοντας εμμέσως την πρόταση δυσπιστίας (μομφή) που οι πληροφορίες αναφέρουν ότι θα την έχει έτοιμη στο φάκελο με τον οποίο θα προσέλθει στη Βουλή, δεσμεύτηκε ότι η Νέα Δημοκρατία «θα κάνει ό,τι μπορεί για να αποτρέψει την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών στο Ελληνικό Κοινοβούλιο».

Σύμφωνα με πηγές από την Πειραιώς ο κ. Μητσοτάκης δεν έχει λάβει ακόμη τις οριστικές του αποφάσεις και ζυγίζει τα υπέρ και τα κατά της πρότασης δυσπιστίας, η οποία, εφόσον, εν τέλει, αποφασιστεί θα κατατεθεί λίγο πριν ολοκληρωθεί η συνεδρίαση της Πέμπτης. Με στόχο, εκτός των άλλων, να παραταθεί το πολιτικό σφυροκόπημα από την αντιπολίτευση για δύο ή τρεις ακόμη ημέρες, αφού, κατά τον Κανονισμό της Βουλής, διακόπτονται οι κοινοβουλευτικές εργασίες και μεσολαβήσει η συζήτηση για τη «μομφή».

Στα «υπέρ» της μομφής είναι ότι η ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα δείξει πως εννοεί αυτά που λέει όταν δεσμεύεται ότι θα χρησιμοποιήσει όλα τα όπλα για να μην κυρωθεί η Συμφωνία.

Στα «κατά» προσμετράται το γεγονός ότι οι αριθμητικοί συσχετισμοί της κοινοβουλευτικής σύνθεσης είναι δεδομένοι και στις δύο ψηφοφορίες που θα γίνουν, ακόμη και αν αυτή τη φορά η πρόταση δυσπιστίας υπερψηφιστεί από τον Πάνο Καμμένο και τους όποιους βουλευτές τον ακολουθούν ακόμη.

Για να γίνει δεκτή η πρόταση δυσπιστίας χρειάζεται να συγκεντρώσει απαρεγκλίτως 151 ψήφους, κάτι που δεν θεωρείται πολύ πιθανό, πολύ περισσότερο που θα προηγηθεί της ψηφοφορίας για τις Πρέσπες και ορισμένοι βουλευτές δεν θελήσουν ενδεχομένως να συνδράμουν υπό το πρόσχημα να μην κινδυνέψει η ψήφιση της Συμφωνίας.