Κήδεια της Βασίλισσας Ελισάβετ - Σε προστατευτικό κλοιό η βασιλική οικογένεια - Επίλεκτη ομάδα φυλάει τους γαλαζοαίματους

Συνεχίζεται το λαϊκό προσκύνημα της σορού της Βασιλισσας Ελισάβετ, με χιλιάδες πολίτες να συρρέουν στο παλάτι του Ουέστμινστερ για να αποτίσουν φόρο τιμής στη βασίλισσά τους. Μετά από ένα μικρό διάλειμμα, τα παιδιά της Ελισάβετ ετοιμάζονται για τη δεύτερη αγρυπνία που θα πραγματοποιηθεί σήμερα το απόγευμα. Την ίδια στιγμή, συνεχίζονται πυρετωδώς οι προετοιμασίες για την κηδεία που θα μεταδοθεί ζωντανά σε όλο τον κόσμο, σε λιγότερα από τέσσερα 24ωρα.

Δείτε live εικόνα από το λαϊκό προσκύνημα:

Τη Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου θα τελεστεί στο αββαείο του Ουέστμινστερ η κηδεία της μακροβιότερης μονάρχη της Γηραιάς Αλβιώνας και, όπως είναι φυσικό, έχει ζωτική σημασία να διασφαλιστεί η ασφάλεια όλων των μελών της βασιλικής οικογένειας και των προσκεκλημένων που θα περιλαμβάνουν ξένους ηγέτες και επιφανείς προσωπικότητες. Η ανησυχία είναι εύλογη, δεδομένων των εμμονικών θαυμαστών της βασιλικής οικογένειας, που στο παρελθόν είχαν προσεγγίσει τα μέλη της με όχι και τόσο αθώους σκοπούς.

Στις 9 Ιουλίου του 1982, γύρω στις 7 το πρωί (τοπική ώρα) ο Μάικλ Φάγκαν, ζωγράφος και διακοσμητής από το Λονδίνο, εισέβαλε στο παλάτι του Μπάκιγχαμ και κατόρθωσε να μπει στο υπνοδωμάτιο της βασίλισσας, που ξαφνιάστηκε μόλις αντίκρυσε μπροστά της έναν άγνωστο. Και μάλιστα, έναν άγνωστο που η φρουρά του παλατιού στάθηκε ανίκανη να εντοπίσει πριν αυτός «τρυπώσει» στα ιδιαίτερα διαμερίσματα της μονάρχη. Το τι ακριβώς συνέβη εκείνη την ημέρα πίσω από τις κλειστές πόρτες του Μπάκιγχαμ δεν αποκαλύφθηκε ποτέ ενώ ο 74χρονος σήμερα άνδρας ισχυρίστηκε πως η Ελισάβετ απλώς τον ρώτησε: «Τι κάνεις εσύ εδώ», πριν απομακρυνθεί προς το γραφείο της. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, το παράδοξο συμβάν παραμένει η μεγαλύτερη παραβίαση της ασφάλειας βασιλικής κατοικίας στην βρετανική ιστορία.

Ο Φάγκαν δεν είναι η μόνη περίπτωση «κοινού θνητού» που έχει εμμονή με την βασιλική οικογένεια της Γηραιάς Αλβιώνας. Σύμφωνα με τον Ντάι Ντέιβις, πρώην επικεφαλής της Βασιλικής Προστασίας στη Μητροπολιτική Αστυνομία και υπεύθυνο για την προστασία της βασίλισσας και της βασιλικής οικογένειας, τα τελευταία χρόνια, τουλάχιστον, 170 άτομα έχουν αναπτύξει εμμονή με τα μέλη της βασιλικής οικογένειας. Τον Μάιο του 2022 σε συνέντευξή του στη Mirror ο Ντέιβις τόνισε πως οι 10 εξ αυτών είναι άτομα «υψηλού κινδύνου», σύμφωνα με την αστυνομία, οι 128 «μέτριου κινδύνου» και οι 32 «χαμηλού κινδύνου». «Η πλειοψηφία των ανθρώπων που έχουν εμμονή με την βασιλική οικογένεια δεν είναι επικίνδυνοι, όμως, πάντα υπάρχει η ανησυχία πως η εμμονή τους θα μπορούσε να λάβει επικίνδυνες διαστάσεις», ανέφερε ο Ντέιβις στην βρετανική εφημερίδα.

 

Το 2006 η βρετανική κυβέρνηση προχώρησε στην δημιουργίας μιας επίλεκτης ομάδας για την προστασία της βασίλισσας, των μελών της βασιλικής οικογένειας αλλά και άλλων δημοσίων προσώπων, που η ζωή τους μπορεί να διατρέχει κίνδυνο ανά πάσα στιγμή από ιδιώτες που έχουν αρρωστημένη εμμονή μαζί τους. Το Κέντρο Αξιολόγησης Στοχευμένης Απειλής (FTAC) – Fixated Threat Assessment Centre – είναι μια κοινή υπηρεσία της βρετανικής αστυνομίας, του υπουργείου Εσωτερικών και του Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS) του Ηνωμένου Βασιλείου.

Στην κηδεία της βασίλισσας Ελισάβετ, την προσεχή Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου, αναμένεται τα μέλη της επίλεκτης ομάδας να βρίσκονται επί ποδός καθώς στο «τελευταίο αντίο» στην μακροβιότερη μονάρχη της Βρετανίας, θα παραστεί σύσσωμη η βασιλική οικογένεια, ξένοι ηγέτες, όπως ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν και πολλοί άλλοι, αλλά και γαλαζοαίματοι από όλο τον κόσμο. Μεταξύ αυτών, το βασιλικό ζεύγος της Ισπανίας, ο τέως Ισπανός βασιλιάς Χουάν Κάρλος με την επίτιμη βασίλισσα Σοφία, ο πρίγκιπας Αλβέρτος του Μονακό με την πριγκίπισσα Σαρλίν. Έτσι, παρά τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας που θα ληφθούν για εκείνη την ημέρα από την Μητροπολιτική Αστυνομία, παράλληλα, το Κέντρο Αξιολόγησης Στοχευμένης Απειλής (FTAC) θα είναι έτοιμο θα αναλάβει δράση, αν παραστεί ανάγκη, σύμφωνα με τα σχετικά δημοσιεύματα στον βρετανικό Τύπο.

Ποιοι στελεχώνουν την επίλεκτη ομάδα για την προστασία της Βρετανών γαλαζοαίματων

Το Κέντρο Αξιολόγησης Στοχευμένης Απειλής (FTAC) αποτελείται από 10 αστυνομικούς της Μητροπολιτικής Αστυνομίας, τρεις ανώτατους ιατροδικαστικούς νοσηλευτές, έναν πλήρους απασχόλησης κοινωνικό λειτουργό και ψυχολόγους και ψυχιάτρους του Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS) της Βρετανίας. Το «FTAC» λαμβάνει 1.000 αναφορές τον χρόνο για άτομα που εμπλέκονται σε απειλές ή παρενόχληση κατά μελών της βασιλικής οικογένειας ή πολιτικών προσώπων. Από αυτές τις αναφορές οι μισές ερευνώνται από την αστυνομία ενώ για κάποια από τα άτομα που εμπλέκονται ακολουθεί αναφορά στις τοπικές υπηρεσίες Υγείας.

Σύμφωνα με τον Άντριου Βολφ Μάρεϊ, πρώην επικεφαλής ερευνών του «FTAC», «τα εμμονικά άτομα είναι άνθρωποι που συνήθως ζουν απομονωμένοι και που έχουν αναπτύξει εμμονή ή παθολογική ενασχόληση με έναν στόχο ή μια πικρία», όσο για την βασιλική οικογένεια, ο ίδιος, πρόσθεσε πως τα άτομα που είναι εμμονικά με τους Βρετανούς γαλαζοαίματους «μπορεί να είναι άνθρωποι που πιστεύουν πως είναι μέλη της βασιλικής οικογένειας ή τουλάχιστον, θεωρούν πως θα έπρεπε να είναι»!

Ο Φίλιπ Άλεν, πρώην επικεφαλής ασφαλείας για την βασιλική οικογένεια, με αφορμή την κηδεία της Ελισάβετ και τους κινδύνους που μπορεί να διατρέχουν οι γαλαζοαίματοι συγγενείς της, δήλωσε στον Guardian πως οι κίνδυνοι είναι ίδιοι σε κάθε μεγάλο γεγονός και τόνισε πως δεν είναι απαραίτητο να είναι κάποιος εμμονικός για να απειλήσει ή να εισβάλει σε έναν χώρο.

Η κινηματογραφική απόπειρα απαγωγής της πριγκίπισσας Άννας

Η βασιλική οικογένεια έχει πέσει θύμα εμμονικών «θαυμαστών» της κατά καιρούς. Τον Μάιο του 1989 ο 57χρονος Άλφρεντ Άντκοκ όρμησε στην πριγκίπισσα Νταϊάνα και την τράβηξε από το χέρι ενώ εκείνη χαιρετούσε θαυμαστές της σε εκδήλωση στο Νορθάμπερλαντ. Ο Άντκοκ είχε επιτεθεί και σε άλλες γυναίκες καθώς και στην Αμερικανίδα αθλήτρια του στίβου Φλόρενς Γκρίφιθ Τζόινερ. Ο άνδρας απομακρύνθηκε από τους σωματοφύλακες της πριγκίπισσας και οδηγήθηκε σε ψυχιατρική κλινική.

Τον Μάρτιο του 1974 ο Ίαν Μπολ αποπειράθηκε να απαγάγει την 23χρονη πριγκίπισσα Άννα για να ζητήσει λύτρα από την βασίλισσα Ελισάβετ. Το συμβάν έγινε σε απόσταση πολύ κοντά στο παλάτι του Μπάκιγχαμ και ενώ η μοναχοκόρη της βασίλισσας επέστρεφε από φιλανθρωπική εκδήλωση μαζί με τον τότε σύζυγό της, Μαρκ Φίλιπς και μια κυρία επί των τιμών. Ο Μπολ σταμάτησε την λιμουζίνα της πριγκίπισσας και ζήτησε από την Άννα να βγει έξω. Πυροβόλησε και τραυμάτισε τον σοφέρ και τον σωματοφύλακα της πριγκίπισσας αλλά στάθηκε άτυχος καθώς ένας πρώην μποξέρ, που βρέθηκε με το αυτοκίνητό του κοντά στο συμβάν, κατόρθωσε να αφοπλίσει τον επίδοξο απαγωγέα. Ο 26χρονος Μπολ, διαταραγμένος ψυχικά, οδηγήθηκε σε ψυχιατρική κλινική. Στο αυτοκίνητο που είχε νοικιάσει την ημέρα της απαγωγής βρέθηκαν δύο ζεύγη χειροπέδες, ηρεμιστικά χάπια και ένα σημείωμα στο οποίο ασκούσε κριτική στην βασιλική οικογένεια και ζητούσε λύτρα 2 εκατ. λίρες σε χαρτονομίσματα των 5 λιρών. Επίσης, ο Μπολ ζητούσε από την βασίλισσα να τοποθετήσει τα χρήματα σε 20 βαλίτσες και να τα βάλει σε αεροσκάφος με προορισμό την Ελβετία!