Δεν έχουμε τον Θεό μας

Ο μέσος Έλληνας στις ζοφερές ημέρες του κορωνοϊού.

8:10 π.μ.: Πηγαίνω σούπερ μάρκετ και βγαίνω με 20 σακούλες. Πήγα νωρίς για να μη βρω ουρά. Βρίζω γιατί καθυστερώ στην ουρά.

8:40 π.μ.: Ανεβάζω στο FB κάτι υπερβολικά «αστείο» που αφορά τον COVID-19. Μετράω τα like.

10:00 π.μ.: Πάω για καφέ στα όρθια έξω από τα μαγαζιά που προσφέρουν υπηρεσίες delivery και take away, που είναι ανοιχτά και έχουν μετατραπεί σε στέκια για όρθιους στο πεζοδρόμιο μαζί με άλλους τολμηρούς, κάνοντας κριτική για τα υπερβολικά μέτρα της κυβέρνησης. Και αναφωνούν: «Έλα μωρέ τώρα, το παράκαναν».

1:00 μ.μ.: Πάω για μπάνιο στη Βουλιαγμένη, με φίλους πάντα. Ο καιρός είναι πολύ καλός, τα σκοτώνει όλα. Ξαπλώνουμε κολλητά στις πετσέτες και κάνουμε πικ-νικ. Ζωάρα! Διακοπές, μάγκα μου, έναν μήνα πριν από το Πάσχα.

5:00 μ.μ.: Αισθάνομαι ζεστός. Βάζω θερμόμετρο, έχω 37,1. Μου κόβονται τα πόδια.

6:00 μ.μ.: Πηγαίνω στη «Σωτηρία» να κάνω το τεστ, αγνοώντας και πάλι τις οδηγίες να κάτσω σπίτι.

8:00 μ.μ.: Κάνω κριτική, βρίζω και καταγγέλλω γιατί αργούν να με εξετάσουν αυτοί που δουλεύουν μέρα-νύχτα.

Αυτό το κείμενο δεν είναι δικό μου εύρημα. Το αντέγραψα από μια σπουδαία λοιμωξιολόγο, τη Ρούλα Σακκά, που το ανάρτησε στο διαδίκτυο για να ευαισθητοποιήσει όλους όσοι (και δυστυχώς είναι πολλοί) δεν έχουν καταλάβει τίποτα από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Είναι από εκείνους τους γιατρούς του ΕΣΥ, τους ήρωες. Κακοπληρωμένοι και ταλαιπωρημένοι από τη διάλυση της δημόσιας Υγείας τα χρόνια της χρεοκοπίας. Και όμως, δίνουν μέρα-νύχτα, στην πρώτη γραμμή, τη μάχη με την ψυχή τους, για να εμποδίσουν την εξάπλωση του ιού. Είναι από εκείνους που τους αξίζουν πολλά περισσότερα -μόλις περάσει αυτή η περιπέτεια- από ένα χειροκρότημα στα μπαλκόνια Σάββατο βράδυ. Τους αξίζουν η ευγνωμοσύνη και ο απέραντος σεβασμός μας. Οι άθλιες συνθήκες στις οποίες εργάζονται με γερασμένο ιατρικό προσωπικό, με λίγους νοσηλευτές και με έλλειψη υλικού, δείχνει ότι ακόμη στη χώρα μας υπάρχουν άνθρωποι με φιλότιμο που σέβονται το λειτούργημά τους. Και για να γίνει κατανοητό τι λέω, χθες έμαθα το εξής: Ακόμη και τις μάσκες μοιράζουν με το σταγονόμετρο στους γιατρούς των δημόσιων νοσοκομείων. Σε εκείνους που έχουν πολλαπλάσιες πιθανότητες από εμάς να μολυνθούν. Και αν μέσα στον Απρίλιο, οπότε και θα κορυφωθεί η εξάπλωση, μολυνθούν πολλοί γιατροί και νοσηλευτές, καήκαμε.

Και λίγα έγραψε η γιατρός για τις ελληναράδικες συμπεριφορές πολλών. Την περασμένη Κυριακή στις παραλίες της Αττικής οι εικόνες ήταν αυγουστιάτικες. Έπαιζαν και γελούσαν αγκαλιά ο ένας πάνω στον άλλον. Τα μπαλάκια από τις ρακέτες άλλαζαν χέρια με ταχύτητα. Οι σέλφι με τα στιγμιότυπα της καλοπέρασης ήταν χιλιάδες και έκαναν τον γύρο του διαδικτύου, για να μαζέψουν like. Οι περισσότεροι από αυτούς, παρακαλώ, ήταν οι αδειούχοι που είχαν οδηγία να καθίσουν σπίτι για μη μολυνθούν στη δουλειά τους και μετά μολύνουν και άλλους.

Εξαλλος ο Μητσοτάκης, όταν το πληροφορήθηκε έκλεισε τις οργανωμένες παραλίες. Αλλά του Ελληνα ο τράχηλος δεν υπομένει ζυγό και περιορισμούς. Την επομένη οι ίδιοι και οι όμοιοί τους πήραν τα βουνά. Τόσο κόσμο ο Υμηττός και το σκοπευτήριο της Καισαριανής δεν έχουν ξαναδεί. Ηταν περισσότεροι και από την Καθαρά Δευτέρα. Άπλωσαν τις κουβέρτες στην ύπαιθρο, στρώθηκαν κάτω κολλημένοι σαν σαρδέλες και άρχισαν το φαγοπότι. Τρώγοντας όλοι από τα ίδια πιάτα. Για να είμαστε δίκαιοι μαζί τους, δεν χόρεψαν τσάμικα και ζεϊμπέκικα όπως επιτάσσει το έθιμό μας σε αυτές τις συναθροίσεις. Α… όλα κι όλα! Βέβαια, το βράδυ βγήκαν στο μπαλκόνι να χειροκροτήσουν τους γιατρούς. Το είδαν και αυτό σαν πανηγυράκι.

Το χειρότερο από όλα, όμως, δεν είναι αυτό. Χιλιάδες Αθηναίοι είδαν στα αλήθεια την τραγωδία σαν ευκαιρία για πρόωρες πασχαλιάτικες διακοπές. Πολλοί ευκατάστατοι με σπίτια στα νησιά φόρτωσαν τα τζιπ και πήγαν για ξεκούραση. Τέσσερα πλοία την ημέρα ξεφόρτωναν μόνο σε ένα νησί των Κυκλάδων. Τα ίδια έγιναν και στο Ιόνιο. Αλλοι «φόρτωσαν» τα παιδιά στα λεωφορεία και τα έστειλαν στους παππούδες στα χωριά. Την ώρα που οι ειδικοί επιστήμονες φωνάζουν νυχθημερόν «προσοχή, μη φέρνετε τα παιδιά σας σε επαφή με τους ηλικιωμένους». Δηλαδή έστειλαν τα παιδιά, που αρκετά είναι φορείς και δεν το ξέρουν, να «σκοτώσουν» τους παππούδες, για να απολαύσουν οι ίδιοι τις ανέμελες διακοπές τους στην Αθήνα.

Και κάτι τελευταίο. Έρχεται Πάσχα. Θα είναι εγκληματικό αν οι Αθηναίοι πάμε στα χωριά μας να γλεντήσουμε. Ιδιαίτερα στα μικρά νησιά που δεν έχουν υποδομές Υγείας. Σκεφτείτε, το νησί μου, το Μεγανήσι, όπου ζουν 500 ηλικιωμένοι και 50 νέοι, με έναν αγροτικό γιατρό. Αν μολυνθεί το νησί και μπει σε καραντίνα, θα είναι τυχεροί όσοι επιβιώσουν. Και τέτοια μέρη στην ελληνική επαρχία υπάρχουν πολλά. Ας κάνουμε μια χρονιά υπομονή στα γλέντια μας. Μετά τον Μάιο θα υπάρχει ξανά χρόνος για όλα, θα γυρεύουμε τον Δεκαπενταύγουστο, αν κερδηθεί το στοίχημα αυτών των εβδομάδων, μερόνυχτα χωρίς σταματημό.

Προτεινόμενα για εσάς