«Μετωπική» Τόσκα - δημοσιογράφων και φωτογράφων για το «μαύρο» στην Ειδομένη

H απομάκρυνση των δημοσιογράφων από τον καταυλισμό των προσφύγων στην Ειδομένη έγινε για λόγους ασφαλείας και όχι γιατί υπήρχε πρόθεση απόκρυψης γεγονότων επεσήμανε ο αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Νίκος Τόσκας μιλώντας στην ΕΡΤ.
Ο κ. Τόσκας απαντώντας σε σχετικές καταγγελίες της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίων Μακεδονίας – Θράκης (ΕΣΗΕΜΘ) και της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδος (ΕΦΕ) επεσήμανε, όπως αναφέρει το tovima.gr, ότι σε μια τέτοιου είδους επιχείρηση δεν μπορούσαν οι δημοσιογράφοι να είναι στα «πόδια» των αστυνομικών ενώ για την απομάκρυνση και αποκλεισμό τους σε αρκετά μακρινή απόσταση σημείωσε ότι εάν έπρεπε να είναι ίσως στα 100 μέτρα, και δεν ήταν, κακώς έγινε. Πρόσθεσε ότι λανθασμένες ενέργειες μπορεί να έγιναν στο επικοινωνιακό κομμάτι αλλά αυτό δεν επισκιάζει την επιτυχία της επιχείρησης και το τελικό αποτέλεσμά της.
Σε ανακοίνωση του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. για την επιχείρηση αναφέρεται:«Επιπρόσθετα, ανακοινώνεται ότι στο πλαίσιο του σχεδιασμού και λόγω της ιδιαιτερότητας της επιχείρησης προκρίθηκε η μη παρουσία εκπρόσωπων των ΜΜΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία τους από ενδεχόμενες προκλήσεις και εντάσεις ή απειλητικές και επιθετικές συμπεριφορές. Τέλος, στο σημείο που είχε καθοριστεί για τους εκπρόσωπους των ΜΜΕ ήταν στη διάθεσή τους ο προϊστάμενος του Γραφείου Ενημέρωσης Δημοσιογράφων της Γενικής Περιφερειακής Αστυνομικής Διεύθυνσης Κεντρικής Μακεδονίας».
Μετά την απομάκρυνση δημοσιογράφων και φωτορεπόρτερ λίγο πριν από την επιχείρηση των ΜΑΤ στον καταυλισμό της Ειδομένης η ΕΣΗΕΜΘ εξέδωσε ανακοίνωση κάνοντας λόγο για επιχείρηση φίμωσης του Τύπου.
 
«Υπό το πρόσχημα της εξακρίβωσης στοιχείων αστυνομικοί προσήγαγαν στις 06.30 π.μ. στο Αστυνομικό Τμήμα Ευζώνων δημοσιογράφους και φωτορεπόρτερ που βρίσκονταν στην Ειδομένη, με προφανή σκοπό να μην υπάρχει δημοσιογραφική μαρτυρία για τις αστυνομικές ενέργειες που ακολούθησαν στη συγκεκριμένη περιοχή» επισημαίνει η ΕΣΗΕΜ-Θ και προσθέτει ότι «η επίκληση της δημοσιογραφικής ιδιότητας και η επίδειξη του δελτίου αναγνώρισης από τους δημοσιογράφους-μέλη της ΕΣΗΕΜ-Θ δεν κρίθηκαν από τους αστυνομικούς επαρκής λόγος για να σταματήσει η προσαγωγή των συναδέλφων».
 
Στη συνέχεια της ανακοίνωσης υπογραμμίζει ότι «το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΜ-Θ θεωρεί ενέργειες όπως η παραπάνω ξεκάθαρη προσπάθεια περιορισμού της ελευθεροτυπίας. Η προστασία του πολίτη, η οποία είναι αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας, προϋποθέτει την ελεύθερη διακίνηση της πληροφορίας και την ανεμπόδιστη άσκηση της δημοσιογραφίας. Ο περιορισμός τους προστατεύει μόνο αμφίβολα επικοινωνιακά συμφέροντα όσων τον επιβάλλουν».
Επιπλέον σε ανακοίνωσή της η ΕΦΕ «υποθέτει ότι οι αυθαίρετες προσαγωγές που έγιναν τα ξημερώματα της 9ης Δεκεμβρίου, σε βάρος των δυο μοναδικών φωτορεπόρτερ που βρίσκονταν στην Ειδομένη λίγο πριν ξεκινήσει η αστυνομική επιχείρηση απομάκρυνσης των εγκλωβισμένων προσφύγων και μεταναστών, δηλώνουν απλώς τη σεμνότητα της Αστυνομίας που δεν ήθελε μάρτυρες ενόσω θα προέβαινε στη φιλανθρωπική της δράση. Επικροτώντας αυτή την έξαρση αστυνομικής σεμνότητας, η ΕΦΕ παρακαλεί την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. να την ενημερώνει εφεξής για παρεμφερείς φιλανθρωπικές δραστηριότητες ούτως ώστε οι φωτορεπόρτερ να προσέρχονται μόνοι τους σε κάποιο αστυνομικό τμήμα και να πίνουν εκεί φρόνιμα τον καφέ τους μέχρι την ολοκλήρωση του εκάστοτε φιλανθρωπικού έργου της Αστυνομίας».
Τις προσαγωγές δημοσιογράφων και φωτορεπόρτερ από τις αστυνομικές δυνάμεις στην Ειδομένη καταγγέλλει και το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ. Η ΕΣΗΕΑ, σύμφωνα με ανακοίνωσή της, υποστηρίζοντας πάντα την ελεύθερη άσκηση του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, θεωρεί ότι τέτοιες ενέργειες αποτελούν προσπάθεια περιορισμού του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ελευθεροτυπίας.
αστυνομική επιχείρησηΕιδομένηΕΛ.ΑΣ.ΕΣΗΕΑΕΣΗΕΜ-ΘΕΦΕμετανάστεςΤόσκας