Χρειαζόμαστε ένα «κορωνο-ομόλογο»; Τι είναι, ποια είναι τα πλεονεκτήματα, τι μέλλει γενέσθαι.

του Κώστα Μποτόπουλου

Η πανδημία έφερε νέες έννοιες και ανάγκες (και) στο οικονομικό πεδίο. Αίφνης ένα ερώτημα βρίσκεται στα χείλη όλων:   Χρειαζόμαστε ένα «κορωνο-ομόλογο»;

Περί τίνος πρόκειται; Η συζήτηση για τη δημιουργία ενός «ευρω-ομολόγου», δηλαδή ενός κοινού για όλες τις χώρες της Ευρωζώνης εργαλείου χρέους και μαζί χρηματοδότησης, δεν είναι νέα. Πολλοί οικονομολόγοι, όχι μόνο «κεϋνσιανιστές», και αρκετοί πολιτικοί από διάφορα κόμματα σε όλη την Ευρώπη, όχι μόνο «φεντεραλστές», υποστήριζαν από τότε που δημιουργήθηκε το ευρώ ότι, με δεδομένη την έλλειψη στοιχείων «πολιτικής ένωσης», ένα τέτοιο εργαλείο θα ήταν όχι μόνο χρήσιμο αλλά και σταθεροποιητικό. Η ιδέα επανήλθε δριμύτερη κατά τη διάρκεια της χρηματο-πιστωτικής κρίσης και των προβλημάτων ρευστότητας, αξιόχρεου και αναπτυξιακής προοπτικής που αντιμετώπισαν, και σε κάποιο βαθμό συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν, ορισμένες χώρες αλλά και η Ευρωζώνη ως σύνολο.

Επ’ αφορμή της κρίσης του κοροναϊού -που, από μια ιδιαίτερη αίσθηση δικαιοσύνης του σύμπαντος, έπεσε μεν στα κεφάλια όλων μας, δεν έπληξε όμως κατά κύριο λόγο τις χώρες που είχαν αναγκαστεί να καταφύγουν σε Μνημόνια-, οι Πρωθυπουργοί εννέα κρατών-μελών της Ευρωζώνης (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ιρλανδία, Σλοβενία) υπέγραψαν μια κοινή επιστολή-έκκληση προς τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, με την οποία ζητούσαν τη «δημιουργία ενός κοινού χρεωστικού μέσου», με αποστολή «τη συγκέντρωση κεφαλαίων στην ίδια βάση και προς όφελος όλων των εταίρων», ώστε «οι πρακτικές εναντίον της πανδημίας να ευθυγραμμιστούν σε ολόκληρη την Ευρώπη».

Παρότι η τεχνική συζήτηση δεν προχώρησε λόγω της πολιτικής εναντίωσης από ένα μπλοκ τεσσάρων χωρών (Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία, Φινλανδία), μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο πυρήνας της πρότασης αποτελείται από τα ακόλουθα στοιχεία:

  • εθνικές συνεισφορές κατά το «λόγο συμμετοχής» της κάθε χώρας στην ευρωπαϊκή οικονομία,
  • έκδοση και εγγύηση από υπερεθνικό θεσμό (Ευρωπαϊκή Κεντρικής Τράπεζα ή ESM),
  • μακρά διάρκεια και ωρίμανση για λόγους αποδοτικότητας αλλά και μη πίεσης στους κρατικούς προϋπολογισμούς,
  • χρήση των διαθεσίμων για έναν κοινό αναπτυξιακό σκοπό (την αντιμετώπιση της πανδημίας αλλά και τις ενέσεις ρευστότητας που χρειάζονται για την επανεκκίνηση της Ευρωζώνης).

Ποια είναι τα πλεονεκτήματα; Σε επίπεδο θεωρίας πρόκειται για ό,τι κοντινότερο σε win-win θα μπορούσε να εμφανίσει η Ευρωζώνη, ιδίως σε περίοδο κρίσης. Το κοινό ομόλογο θα είχε τη δυναμική να «σηκώσει» πολύ χρήμα και υπό πολύ καλούς όρους, να αποδείξει έμπρακτα ότι μια ένωση κρατών με κοινό νόμισμα μπορεί να κινηθεί συντονισμένα, με βάση το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον και με εσωτερική αλληλεγγύη και θα έδινε ένα πολύ ισχυρό whatever it takes μήνυμα στις αγορές.

Η συγκρότηση «κορωνο-ομολόγου» ενόψει της πανδημίας προσδίδει διπλή προωθητική δυναμική στο εγχείρημα: έρχεται να αντιμετωπίσει ένα φαινόμενο που δεν έχει σχέση με τις οικονομικές επιδόσεις των κρατών-μελών αλλά με τη ζωή όλων των πολιτών της Ένωσης και καθιστά την έννοια του «επιμερισμού του κινδύνου» (risk sharing) εγγενή αλλά και αυτονόητη. Όπως το έθεσε ο Καθηγητής Adam Toose: «αν ο επιμερισμός του κινδύνου δεν είναι εφικτός σε αυτή την κρίση, τότε τι νόημα έχει η Ευρωζώνη;».

Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι, μεταξύ των 9 χωρών που στηρίζουν επίσημα την πρόταση, υπάρχουν και δεξιές (Ελλάδα, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο) και κεντρώες (Γαλλία, Σλοβενία) και σοσιαλιστικές (Πορτογαλία, Ισπανία) και μικτές (Βέλγιο, Ιταλία) κυβερνήσεις, ενώ δεν συμμετέχει μόνο ο «κακομαθημένος νότος» αλλά και δύο μέλη του «Μπενελούξ» (Βέλγιο, Λουξεμβούργο), μια «χώρα της διεύρυνσης» (Σλοβενία) και η κατά τα άλλα ανήκουσα στη «χανσεατική ένωση» Ιρλανδία. Ίσως αυτή η ποικιλομορφία, ίσως και συναίσθηση του ρόλου τους, έκαναν όχι μόνο τη Γαλλίδα Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αλλά και τη Γερμανίδα Πρόεδρο της Επιτροπής να τοποθετηθούν επί της αρχής θετικά.

Πού εστιάζονται οι αντιρρήσεις; Σε δυο λέξεις της νέας ελληνικής: moral hazard. Παγίως και βδελυγματικώς η Γερμανία και οι πολιτικοί της σύμμαχοι αποκρούουν οποιαδήποτε έκφανση «αμοιβαιοποίησης του χρέους» (ξεχνώντας την «αμοιβαιοποίηση του οφέλους») λόγω του φόβου ότι θα αποτελούσε κίνητρο για τις πιο ασθενείς οικονομίες να συνεχίσουν να δανείζονται και να ξοδεύουν, κρυπτόμενες πίσω από την αξιοπιστία των ισχυρών οικονομιών και χωρίς να βάζουν τάξη στα του οίκου τους.

Είναι μια αντιμετώπιση που στηρίζεται και σε ηθικολογικά (moral) στοιχεία -δεν είναι σωστό οι ενάρετοι να αναλαμβάνουν τα βάρη των αμαρτωλών- και σε οικονομολογική βάση: η ανάπτυξη είναι εύθραυστη (hazard) όταν η προσπάθεια δεν γίνεται σε κοινή βάση και δεν έχει δομικά χαρακτηριστικά.

Για να είμαστε δίκαιοι θα πρέπει να πούμε ότι:

α) ειδικά η Γερμανία, πράγματι θα κληθεί, ως μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, να σηκώσει το κύριο βάρος (ένα «κορωνο-ομόλογο» όγκου 500 δισεκατομμυρίων ευρώ, που είναι το ελάχιστο που θα είχε νόημα, υπολογίζεται ότι θα είχε επιπλέον κόστος 900 εκατομμυρίων για τη γερμανική οικονομία) για τη δημιουργία ενός εργαλείου, το οποίο, θεωρητικώς αλλά και από πολιτική της απόφαση, η ίδια δεν χρειάζεται,

β) ούτε η Γερμανία, ούτε οι άλλες χώρες που αποκρούουν κάθε είδους «ευρω-ομόλογο», αρνούνται να συνεισφέρουν στην κοινή προσπάθεια -απλώς θεωρούν ότι είναι προτιμότεροι άλλοι τρόποι.

Τι μέλλει γενέσθαι; Η Γερμανίδα Καγκελάριος μίλησε, στο Συμβούλιο Κορυφής της προηγούμενης εβδομάδας, με τη σαφήνεια ενός Σόιμπλε: «Τα κορωνο-ομόλογα δεν θα έρθουν ποτέ. Δεν θα τα δεχθεί το Κοινοβούλιο μου. Μην δημιουργείτε ψευδείς προσδοκίες στους λαούς σας».

Αναμονή υποχώρησης αυτής της χώρας από αυτή τη θέση είναι μάλλον ανεδαφική. Από την άλλη, η ιδέα της «αλληλεγγύης» χαράζει το δρόμο της και αρχίζει να γίνεται σιγά-σιγά αποδεκτή από όλους: είναι χαρακτηριστικό ότι την ανέφερε ακόμα και ο Ολλανδός κεντρικός τραπεζίτης, εκπρόσωπος της χώρας που είχε την πιο σκληρή -και απάνθρωπη- αρχική αντίδραση.

Η Γερμανία και οι άλλες χώρες μιλούν, ορισμένες επίσημα, για «εξαιρετική» (one-off) «χρηματοδοτική» (όχι μέσω χρέους ή με προοπτική ανάπτυξης) «βοήθεια» (όχι εργαλείο). Θα μπορούσε να προέρχεται:

  • είτε από την ΕΚΤ (που έχει όμως ήδη φτάσει στο όριο της συνεισφοράς της),
  • είτε από τον ESM (που κανονικά προϋποθέτει conditionality με κάτι σα Μνημόνιο και πάντως αυξάνει το δημόσιο χρέος των χωρών που θα χρησιμοποιήσουν τη «βοήθεια»),
  • είτε από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (που αυτή είναι ούτως ή άλλως η δουλειά της),
  • είτε από τον ευρωπαϊκό Προϋπολογισμό (ο οποίος έχει ελάχιστα περιθώρια),
  • είτε από όλες αυτές τις πηγές μαζί (αυτό είναι το γερμανικό «μπαζούκα»).

Η μέσω του προϋπολογισμού προσέγγιση είναι μουσική στ’ αυτιά του προέδρου Μακρόν. Η ανάγκη παροχής άμεσης ρευστότητας σε επιχειρήσεις και πληττόμενα νοικοκυριά είναι προφανής για όλες τις χώρες. Οι τύψεις των ηγετών (σωστότερα: οι φόβοι τους για τις συνέπειες που θα μπορούσε να προκαλέσει μια άτεγκτη στάση) και η πίεση των κοινωνιών θα παίξουν το ρόλο τους.

Η πανδημία όλοι γνωρίζουν ότι διέλυσε κάθε οικονομική θεωρία, πόσο μάλλον ορθοδοξία. Τα εθνικά πείσματα παραμένουν, όπως όμως επίσης και η πρόσδεση στην ιδέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο παρασκήνιο γίνονται εντατικές διαβουλεύσεις και η «αρχιτεκτονική φαντασία» των ευρωπαϊκών θεσμών -θυμηθείτε τους «μηχανισμούς» που εφευρέθηκαν για την ελληνική περίπτωση- είναι διάσημη και πάντα παρούσα στις δύσκολες στιγμές. Μέσα από αυτό το όχι ιδιαίτερο ένδοξο αλλά κλασικό ευρωπαϊκό κοκτέιλ, μην εκπλαγείτε αν συγκροτηθεί ένα νέο εργαλείο που δεν θα λέγεται «εργαλείο», θα αφορά όλες τις χώρες αλλά δεν θα λέγεται «ομόλογο», θα ρίξει χρήμα στην αγορά και θα σβήσει, προσωρινά, τη φωτιά, αφήνοντας, για μια ακόμα φορά, την πολιτική τόλμη και την πραγματική αλληλεγγύη στις καλένδες των ονειροπόλων.

  • Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος, πρ. Ευρωβουλευτής και πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Σύμβουλος Διοίκησης στην Τράπεζα της Ελλάδας και εταίρος στη δικηγορική εταιρία «Λαμπαδάριος και Συνεργάτες». Τα σχόλιά του στο economico.gr δημοσιεύονται κάθε Σάββατο            

 

Κορωνοϊόςμ Κορωνο-ομόλογαΚώστας Μποτόπουλος