Διευθυντής Ασφάλειας Αττικής: Δύσκολη και περίπλοκη υπόθεση - Πώς εξιχνιάστηκε το έγκλημα στα Γλυκά Νερά

Για μία δύσκολη υπόθεση που κατάφερε να φέρεις εις πέρας η Αστυνομία έκανε λόγο ο Διοικητής Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, Υποστράτηγος Πέτρος Τζεφέρης κατά την παρουσίαση της εξιχνίασης της δολοφονίας στα Γλυκά Νερά.

«Η υπόθεση ήταν δύσκολη διότι δεν υπήρχαν στοιχεία και ίχνη και η αστυνομία δουλεύει με υποψίες οφείλει να σχηματίζει δικογραφίες, δηλαδή να τεκμηριώνει αδιάσειστα ότι λέει» ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Σε όλες τις υποθέσεις δίνουμε κόπο και ψυχή, για να τις εξιχνιάσουμε» είπε και πρόσθεσε ότι σε αυτή την υπόθεση είχαμε σαν άνθρωποι ένα λόγο παραπάνω.

Όπως είπε το Τμήμα Ανθρωποκτονιών έχει πολλές λαμπρές επιτυχίες γιατί τα στελέχη του είναι εκπαιδευμένα επαγγελματίες και αστυνομικοί.

Αναφερόμενος στην συγκεκριμένη υπόθεση τόνισε ότι «σημείο-κλειδί ήταν ότι τα στελέχη αυτά έχτισαν μία σχέση εμπιστοσύνης με το σύζυγο του θύματος. Είμαι περήφανος σαν Διευθυντής για τις Υπηρεσίες και τα στελέχη μας. Γιατί ανταποκρίνονται χωρίς ωράρια, χωρίς δεύτερη σκέψη σε μία αποστολή στην προστασία του πολίτη.

Η ασφάλεια είναι για εμάς προϋπόθεση και συνεχές ζητούμενο.

Προϋπόθεση για την ελευθερία και ζωή των πολιτών, ζητούμενο γιατί το έγκλημα όπως και η κοινωνία εξελίσσονται, μετασχηματίζονται» κατέληξε

Από την μεριά της η Διευθύντρια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, Υποστράτηγος Πηνελόπη Μηνιάτη επεσήμανε ότι τα αποτελέσματα των πολυήμερων εξετάσεων κατέδειξαν την πολυπλοκότητα της συγκεκριμένης υπόθεσης, ενώ έγινε άμεσα κατανοητό ότι ο τρόπος και η μεθοδολογία της υπόθεσης αυτής απαιτούσαν περαιτέρω επιστημονική διερεύνηση.

Όπως είπε «στο σημείο αυτό των εργαστηριακών εξετάσεων, απεδείχθη εξαιρετικά κρίσιμη η αξιοποίηση του ψηφιακού υλικού που παραδόθηκε από την Ασφάλεια Αττικής και εξετάσθηκε από το Τμήμα Εξέτασης Ψηφιακών Πειστηρίων.

Κατά την εξέταση των ψηφιακών δεδομένων έγινε άμεσα αντιληπτό, από το εξειδικευμένο προσωπικό μας, ότι βάσει των στοιχείων που προέκυπταν, υπήρχαν έντονες αναντιστοιχίες. Μια σειρά ερωτημάτων θα έπρεπε να τεθούν, οι απαντήσεις των οποίων απεδείχθησαν πολύτιμα και καθοριστικά στοιχεία για την εξιχνίαση της υπόθεσης»

Για την εξιχνίαση της υπόθεσης μίλησε ο προϊστάμενος του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής, Αστυνομικός Υποδιευθυντής Κωνσταντίνος Χασιώτης ο ποίος αναφέρθηκε στο χρονικό και στο πώς έφτασαν στον δράστη.

«Όλα ξεκίνησαν την 11η Μαΐου στις 6.20 ώρα το πρωί, όταν το Κέντρο της Άμεσης Δράσης ειδοποιήθηκε από τον σύζυγο του θύματος, ο οποίος κάλεσε σε βοήθεια.

Οι αστυνομικοί που πήγαν πρώτοι στο σημείο, είδαν πρώτοι το θύμα στο κρεβάτι νεκρό και τον σύζυγό της στο πάτωμα, δίπλα από το κρεβάτι δεμένο με σχοινί στα χέρια και στα πόδια και με ταινία στο κεφάλι του.

Οι αστυνομικοί αντίκρισαν από την πρώτη στιγμή και το έντεκα μηνών βρέφος να βρίσκεται πάνω στο θύμα.

Τα πρώτα χρήσιμα δεδομένα που προέκυψαν στην έρευνα μάς ήρθαν από το εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και το κυριότερο εύρημα ήταν η αιτία θανάτου που όπως διαπιστώθηκε οφειλόταν σε ασφυξία.

Σε ασφυξία δια αποφράξεως των αεροφόρων οδών όπως λέμε, δηλαδή με κλείσιμο της μύτης και του στόματος.

Βρέθηκαν τα χέρια του θύματος δεμένα πισθάγκωνα και χρόνος θανάτου προσδιορίσθηκε μεταξύ 4ης και 5ης πρωινής ώρας.

Επίσης παρατηρήθηκαν κάποια σημάδια, εκχυμώσεις όπως λέμε, στα χέρια και στα πόδια του συζύγου από τα δεσμά με τα οποία ήταν δεμένος.

Ένα κρίσιμο εύρημα ήταν ότι αυτά τα σημάδια ήταν μόλις διακρινόμενα, δεν ήταν ιδιαίτερα ορατά και αυτό δημιούργησε έναν αρχικό προβληματισμό, για το κατά πόσο αυτό ήταν αναμενόμενο σε σχέση με τον χρόνο κατά τον οποίο ο σύζυγος ισχυρίσθηκε αρχικά ότι ήταν δεμένος.

Συνεχίσαμε όμως να ερευνούμε το χώρο στον οποίο είχε λάβει χώρα το περιστατικό και παρατηρήσαμε κάποιες μεταβολές σε σχέση με την αρχική του κατάθεση, όπως λέμε, διαπιστώσαμε δηλαδή ότι οι χώροι είχαν ερευνηθεί όχι ιδιαίτερα σχολαστικά αλλά επιλεκτικά σε ορισμένα σημεία, κυρίως στον χώρο του υπνοδωματίου αλλά και στο σαλόνι.

Επίσης διαπιστώσαμε ότι ήταν παραβιασμένο ένα παράθυρο στο υπόγειο και αυτό ήταν το σημείο που εκτιμήσαμε ότι ενδεχομένως είχαν εισέλθει οι δράστες, τους οποίους ανέφερε ο σύζυγος του θύματος ότι είχαν μπει μέσα για να ληστέψουν το ζευγάρι.

Επίσης διαπιστώσαμε κάτι που ήταν σχετικά ασυνήθιστο, μάλλον εξαιρετικά ασυνήθιστο θα έλεγα, ότι ο σκύλος της οικογένειας βρισκόταν κρεμασμένος στην κουπαστή της σκάλας.

Εκτός από την εικόνα αυτή του χώρου κατασχέθηκαν από την Υπηρεσία μας πειστήρια τα οποία ελπίζαμε ότι θα βοηθήσουν στην πορεία των ερευνών και τα πιο χρήσιμα από αυτά ήταν μια κάμερα που βρισκόταν εγκατεστημένη στον χώρο του σαλονιού, ένα ρολόι ψηφιακό, smartwatch που λέμε, το οποίο φορούσε το θύμα στο χέρι του και τα κινητά τηλέφωνα του θύματος και του συζύγου.

Ένα μεγάλο μέρος των ερευνών, αρκετά μεγάλο, αφιερώθηκε στην αρχή για να διαπιστώσουμε, να ελέγξουμε τον ισχυρισμό του συζύγου και να διαπιστώσουμε με ποιον τρόπο και ποιοι άνθρωποι είχαν εισέλθει μέσα στο διαμέρισμα του ζεύγους.

Παρά τις αγωνιώδεις και κοπιώδεις προσπάθειές μας και αφού συλλέξαμε πλήθος υλικού, μαρτυρίες και αλλά και με τη βοήθεια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών που εξέτασε εργαστηριακά τον χώρο, δεν καταφέραμε, παρά τις προσπάθειές μας, να διαπιστώσουμε την ύπαρξη άλλων προσώπων πέραν των δύο ενηλίκων που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στο σπίτι και του μωρού .

Το γεγονός αυτό που αν επιβεβαιωνόταν άφηνε μόνο μία άλλη εκδοχή πιθανή, εφόσον δεν ήταν άλλοι δράστες οι όποιοι να ευθύνονταν για την δολοφονία του θύματος , τότε η έρευνα έπρεπε αναγκαστικά να στραφεί στον σύζυγο.

Η εξέταση κάποιων πειστηρίων και ιδιαίτερα των ψηφιακών πειστηρίων που είχαμε κατασχέσει από τον χώρο, μας έσωσε κάποιες ενδείξεις και ειδικά κάποια από τα πειστήρια που έδειχναν κίνηση αντικειμένων και ειδικά του τηλεφώνου του συζύγου κατά τον χρόνο που αυτός είχε δηλώσει ότι ήταν δεμένος, αυτά λοιπόν τα ευρήματά μας έδωσαν κάποιες ενδείξεις ότι ήταν πιθανή μία εμπλοκή του συζύγου στην δολοφονία της 20χρονης κοπέλας.

Για να επιβεβαιώσουμε αυτές τις υποψίες που είχαν δημιουργηθεί, θα έπρεπε να εξετάσουμε πλέον σχολαστικά και με ιδιαίτερες λεπτομέρειες τον σύζυγο, τον οποίο φέραμε στα γραφεία μας στην Γενική Αστυνομική Διεύθυνση και πλέον τον εξετάσαμε με σχολαστικότητα και θέτοντας του ιδιαίτερα ερωτήματα.

Κατά την αρχική συζήτηση μαζί του όμως μαζί του και πριν προλάβουμε να εκθέσουμε σε αυτόν τα ευρήματα της έρευνάς μας, απέτρεψε την συζήτηση πάνω στη σχέση που είχε με το θύμα, πάνω στη σχέση που είχε με το παιδί του και προς έκπληξή μας πάνω στη σχέση που είχε δημιουργηθεί με την ομάδα που ερευνούσε την υπόθεσή του και ιδιαίτερα με τον επικεφαλής της ομάδας αυτής.

Συνεχίζοντας λοιπόν τη συζήτηση πάνω στα ζητήματα που είχε ο ίδιος αρχίσει να θέτει, σε κάποιο στάδιο της εξέτασής του, ήθελε να μας διαβεβαιώσει ότι ποτέ δεν ήθελε να εξαπατήσει και να πει ψέματα και το μόνο που ήθελε ήταν να αποφύγει την σύλληψη για να μείνει με το παιδί του, έξω από την φυλακή.

Όπως καταλαβαίνετε αυτό γρήγορα οδήγησε στην ομολογία της πράξης του, την οποία απέδωσε σε έναν διαπληκτισμό που είχαν με τη σύζυγό του. Αυτός ο διαπληκτισμός δημιούργησε μία έκρηξη συναισθήματος και δεν άργησε να οδηγήσει στο αποτέλεσμα που γνωρίζουμε.

Επιβεβαίωσε τα ευρήματα τα ιατροδικαστικά, ότι δηλαδή, επέφερε το θάνατο στη σύζυγο του, με ασφυκτικό μηχανισμό, όπως λέμε και στη συνέχεια περιέγραψε τις κινήσεις του, όπως την παραβίαση του παραθύρου, την οποία ο ίδιος έκανε, την έρευνα που δημιούργησε στο χώρο, την θανάτωση του σκύλου που υπήρχε μέσα στο σπίτι, αναφέρθηκε στην αφαίρεση μιας κάρτας μνήμης από την κάμερα που ήταν εγκατεστημένη στο χώρο του σαλονιού, ώστε να μην είναι διαθέσιμο στην αστυνομία το υλικό που είχε καταγραφεί.

Μας είπε ότι ο ίδιος έδεσε τον εαυτό του και τηλεφώνησε στην Άμεση Δράση, όλα αυτά όπως ήδη είναι αντιληπτό, αλλά μας το είπε και ο ίδιος, έγιναν προκειμένου να σκηνοθετήσει το χώρο έτσι ώστε να πείσει την αστυνομία ότι πρόκειται για ληστεία».

 

δολοφονία στα Γλυκά Νερά.