Κουτσομπολιά του καφενείου

ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟ μια φορά να συνεννοηθούν οι πολιτικές δυνάμεις για τα αυτονόητα. Ακόμη και για τις σχέσεις μας με την Τουρκία -το μεγαλύτερο πρόβλημα της εξωτερικής μας πολιτικής- η πρώτη αξία είναι η αντιπαράθεση στα τηλεοπτικά παράθυρα. Το ένα κόμμα περιμένει το άλλο στη γωνία για να το κατακεραυνώσει.
Τώρα που κάθισε η σκόνη, ας κάνουμε την πρώτη ψύχραιμη αποτίμηση της επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα.

ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΡΩΤΟ: Έπρεπε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να απαντήσει στα όσα είχε πει ο Τούρκος Πρόεδρος μία ημέρα νωρίτερα από την Τουρκία; Η απάντηση είναι «ναι». Ήταν μονόδρομος. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι ο απρόβλεπτος σουλτάνος προετοίμαζε να κάνει σόου στην Κομοτηνή, λίγο πριν από την αναχώρησή του και τότε η πρόκληση θα ήταν αναπάντητη και ταπεινωτική. Λένε κάποιοι ότι δώσαμε ευρωπαϊκό βήμα στον Ερντογάν να ξεδιπλώσει τις απαιτήσεις του μέσα στο σπίτι μας. Αυτό είναι επιχείρημα χωρίς περιεχόμενο, καθώς όπου βρει μικρόφωνο ο γείτονας, θέτει θέμα Λωζάνης. Καλύτερα που τα είπε εδώ, για να εισπράξει αμέσως την κάθετη άρνηση των ισχυρών του κόσμου από την Ουάσιγκτον και το Βερολίνο. Μάλλον αποδραματοποιήθηκε η απαίτηση πάρα ενισχύθηκε. Για σκεφτείτε, ο αρχηγός του κράτους να τον καλωσόριζε με κοινότοπες δηλώσεις και την επομένη να… έσκαγε τις «ρουκέτες» του στη Θράκη μέσα σε ένα μειονοτικό σχολείο;

ΕΡΩΤΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ. Έκανε καλά ο πρωθυπουργός που του μίλησε στον ίδιο τόνο με τον Πρόεδρο και επιπλέον κατηγόρησε την Τουρκία ότι έχει μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί; Έπραξε άριστα. Δεν ικανοποίησε μόνο το θρησκευτικό και πατριωτικό μας συναίσθημα, αλλά υπενθύμισε στους πνευματικούς ανθρώπους όλου του πλανήτη πως μέσα σε ένα παγκόσμιο μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς κάθε τρεις και λίγο ψέλνουν ιμάμηδες για να στείλουν δήθεν μήνυμα κυριαρχίας τους στον δυτικό κόσμο.

ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΡΙΤΟ.
Έκανε καλά ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης όταν του είπε ευθέως ότι οι Τούρκοι εκδίωξαν -παραβιάζοντας συμφωνίες- τους Έλληνες από την Κωνσταντινούπολη; Έπραξε άριστα. Εξέφρασε τον πόνο δεκαετιών δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων της Πόλης. Χωρίς αμφιβολία, η πολιτική ηγεσία της χώρας στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Ο καθένας χωριστά υπηρέτησε τον ρόλο του και είπε ξεκάθαρα αυτά που έπρεπε να ακουστούν στην παγκόσμια κοινότητα. Χωρίς κρυφτούλι, χωρίς φοβικά σύνδρομα και χωρίς ένοχες. Σκεφτείτε πόσο καλύτερο θα ήταν το αποτέλεσμα εάν κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση είχαν συνεννοηθεί και είχαν καταστρώσει λεπτομερές σχέδιο δράσης και είχαν μοιράσει ρόλους. Όλα τα σοβαρά κράτη στα μείζονα εθνικά θέματα έχουν ενιαία στρατηγική και αντιδρούν αυτόματα με τον ίδιο τρόπο. Εμείς είμαστε αλλιώς. Τίποτα δεν έχουμε διδαχτεί από τις μικρές και μεγάλες καταστροφές του πρόσφατου και του μακρινού παρελθόντος. Τα κόμματα πολιτεύονται με τον ίδιο και απαράλλακτο τρόπο ό,τι και αν μας έχει συμβεί. Πάμε τώρα στα πρακτικά θέματα της επίσκεψης.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ της Τουρκίας δεν ήρθε στην Αθήνα ούτε για να διαπραγματευτεί τη Λωζάνη, ούτε για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του στο Αιγαίο, ούτε για να πάρει πίσω τους 8 στρατιωτικούς που βρίσκονται στα χέρια της Δικαιοσύνης. Αυτά τα λέει για το ακροατήριό του στην Τουρκία. Γνωρίζει πολύ καλά ότι τίποτε από τα τρία δεν μπορεί να πετύχει. Άλλα ήταν τα θέματα της ατζέντας του. Δεν είναι τόσο πανίσχυρος ο σουλτάνος, όσο θέλει να δείχνει. Η χώρα του είναι απομονωμένη, όσο ποτέ άλλοτε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και όλες οι πόρτες στην Ευρώπη είναι κλειστές. Οι μόνοι συνομιλητές του στην Ευρώπη αυτή την ώρα, που μπορούν ενδεχομένως να τον βοηθήσουν να ρίξει νέες γέφυρες σε Παρίσι και Βερολίνο, είναι οι Έλληνες. Η οικονομία τους Τουρκίας έχει αρχίσει να αιμορραγεί, καθώς οι ξέφρενοι ρυθμοί της προηγούμενης δεκαετίας είναι παρελθόν. Ο δεύτερος λόγος του ταξιδιού του Ερντογάν ήταν οι μπίζνες στην Ελλάδα. Υπήρχε και ένας τρίτος λόγος. Οι μυστικές υπηρεσίες του και κάθε λογής πράκτορες λένε στην Άγκυρα -ο Θεός ξέρει αν είναι αλήθεια- ότι στην Ελλάδα δεν βρίσκονται μόνο οι στρατιωτικοί που ξέρουμε. Στην Αθήνα ζουν αρκετοί ακόμη με ψεύτικα διαβατήρια. Αυτούς θέλει να πάρει πίσω με τη βοήθεια των ελληνικών Αρχών, νύχτα και αθόρυβα. Δύσκολο να το πετύχει, γιατί καμιά δημοκρατική κυβέρνηση δεν μπορεί να μπει σε τέτοια πάρε-δώσε.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ερώτημα όμως είναι τι ήθελε να κερδίσει η Αθήνα από αυτή τη συνάντηση. Γιατί προσκάλεσε τον Τούρκο Πρόεδρο και μπήκε μόνη της σε αυτή την περιπέτεια; Δεν θέλει πολλή φαντασία για να το βρει κάποιος. Η Τουρκία μάς κρατάει στο χέρι με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να στείλει άλλους 50.000 και να βουλιάξει τα νησιά, με συνέπειες που δεν θα ήθελε κάνεις όχι να τις δει, ούτε καν να σκεφτεί. Απαιτούνται λοιπόν συνεννόηση και διάλογος με την τουρκική ηγεσία. Κοντά στον νου και η γνώση. Το τι ειπώθηκε πίσω από τις κλειστές πόρτες στη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Τούρκο Πρόεδρο δεν το γνωρίζουμε. Το προσεχές εξάμηνο θα ξέρουμε αν αυτή η επίσκεψη ωφέλησε και τις δύο χώρες. Και θα το δούμε πρώτα στο προσφυγικό και μετά τις επιχειρηματικές συνεργασίες των δυο χωρών. Ολα τα αλλά είναι κουτσομπολιά του καφενείου και μικροπολιτική διαχείριση του πιο καυτού και επικίνδυνου θέματός μας, που είναι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις.

To άρθρο του Γ. Πολίτη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Realnews την Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017.

ΑθήναΤαγίπ Ερντογάν